Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

ΘΗΚΑΡΑΣ





Τὸ ὄ­νο­μα καὶ ὁ τό­πος κα­τα­γω­γῆς τοῦ Θη­κα­ρα

Δι­ὰ τοῦ ὀ­νό­μα­τος «Θη­κα­ρὰς» δη­λοῦ­ται τό­σο­νη συλ­λο­γή, ὅ­σον καὶ τὸ πρό­σω­πον τὸ ὁ­ποῖ­ον ἐ­πέ­λε­ξεν ἡ συ­νέ­τα­ξε τὰ σχε­τι­κὰ κεί­με­να. Τὸ πρό­σω­πον δὲ αὐ­τὸ ἐ­ταυ­τί­σθη κα­τὰ τὸ πα­ρελ­θόν με τὸν Δι­ο­νύ­σι­ον μο­να­χόν, τὸν Θε­ο­δοῦ­λον μο­να­χόν, τὸν Ἰ­ω­άν­νην μο­να­χόν, ἀ­κό­μη καί με τὸν Ἰ­ω­άν­νην τὸν Δα­μα­σκη­νόν. Ἡ σύγ­χρο­νος ὅ­μως ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἔ­ρευ­να ἔ­χει ἀ­πο­δεί­ξει τὴν μὴ ταύ­τι­σιν τῶν ἄ­νῳ μο­να­χῶν με τὸν Θη­κα­ρὰν.
Το παρόν λειτουργικού περιεχομένου εγχειρίδιον, το καλούμενον "Θηκαράς", αποτελεί συλλογήν δοξολογικών ευχών και κατανυκτικών ύμνων εις την Αγίαν Τριάδα, καθώς επίσης ανθολόγιον πατερικών περί πίστεως περικοπών και άλλων κειμένων ερμηνευτικών των ύμνων, της μοναχικής ακολουθίας και των περί λειτουργικής προσευχής απόψεων του ιερού, σοφωτάτου και αγιωτάτου μοναχού και υμνογράφου Θηκαρά.
Απώτερος σκοπός αυτού του συνταγματίου και συμπιληματικού χαρακτήρος πονήματος, το οποίον έχει επαινεθή ως "λειμών θεαυγής τερπνοσυνθέτων Ύμνων", είναι η περί την θείαν λατρείαν καλλιέργεια της νηφάλιου και φιλοθέου ψυχής των μοναχών και η συνεχής εντρύφησις των ασκητών εις τον αίνον, την δοξολογίαν και την ευχαριστίαν του Τριαδικού Θεού, δια της καθιερώσεως ουσιαστικώς ενός ιδιαιτέρου, "κατά την τάξιν του Θηκαρά", τυπικού της νυχθημέρου ακολουθίας.
[...]

Σα­φεῖς καὶ ἐγ­κύ­ρους πλη­ρο­φο­ρί­ας πε­ρὶ τοῦ ὀ­νό­μα­τος καὶ τοῦ τό­που κα­τα­γω­γῆς τοῦ μο­να­χοῦ Θη­κα­ρὰ ἔ­χο­μεν ἀ­πὸ τοὺς «Στί­χους δι­α­φό­ρων φι­λο­σό­φων ἀν­δρῶν εἰς τοὺς θεί­ους Ὕ­μνους», ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ἀ­πὸ δύ­ο ὑ­πο­μνη­μα­τι­κὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γῆς τοῦ Θη­κα­ρά. Τὸ πρῶ­τον εἶ­ναι ἡ «Δι­ή­γη­σις πε­ρὶ τῶν Ὕ­μνων» τοῦ Θε­ο­δού­λου μο­να­χοῦ, ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ τοῦ Θη­κα­ρὰ, καὶ τὸ δεύ­τε­ρον ἡ «Εἴ­δη­σις τοῖς ἐν­τυγ­χά­νου­σι» τοῦ μο­να­χοῦ Μη­τρο­φά­νους.

­πὸ τὴν «Εἴ­δη­σιν» τοῦ Μη­τρο­φά­νους, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἧ­το νε­ώ­τε­ρος τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου, γνω­ρί­ζο­μεν ὅ­τι οἱ πρὸς τὸ θεῖ­ον ἐ­ρω­τι­κοὶ Ὕ­μνοι εἶ­ναι «πό­νη­μα Θη­κα­ρα μο­να­χοῦ ἀ­πὸ τῆς Κων­σταν­τι­νου­πο­λε­ως», «οἰ­κτροῦ τά­λα­νος Θη­κα­ρα μο­νο­τρό­που» ὅ­πως ση­μει­ου­ται εἰς τοὺς Στί­χους οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­η­γοῦν­ται τῆς «Ἑρ­μη­νεί­ας τῶν Ὕ­μνων», συγ­γρα­φεὺς τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι ὁ ἴ­δι­ος ὁ Θη­κα­ρας.

Θη­κα­ρας, λοι­πόν, ἧ­το μο­να­χὸς ἀ­πὸ τὴν Κων­σταν­τι­νου­πο­λιν, χω­ρὶς «ἔν­δο­ξον ὄ­νο­μα», δι­α­κρι­νό­με­νος δι­ὰ τὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ βί­ου, τὸ ἠ­συ­χα­στι­κον πνεῦ­μα καὶ τὴν κᾆ­τα Θε­ὸν ἀ­ρε­τήν. Τι­μώ­με­νος βε­βαί­ως ἅ­γι­ος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δεν εἶ­ναι, ἀλ­λὰ εἰς ἀρ­κε­τὰ χει­ρο­γρα­φα τὸ ἔρ­γον τοῦ ἐ­πι­γρά­φε­ται ὡς «Ὕ­μνοι τοῦ ἁ­γί­ου Θη­κα­ρα καὶ Ἀ­κο­λου­θί­αι».

Τὸ ὄ­νο­μα «Θη­κα­ρας» εἶ­ναι ψευ­δώ­νυ­μον. ὁ ἴ­δι­ος ἔ­κρυ­πτε τὸ ὄ­νο­μα τοῦ «δι­ὰ τα­πει­νο­φρο­σύ­νην». Δεν τὸν ἐν­δι­ε­φε­ρε ἡ δι­αι­ω­νι­σις τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ, ἀλλ' ἐ­πί­στευ­ε ὅ­τι οἱ «Αἰ­νοῖ ἐκ τῆς θεί­ας Γρα­φῆς εἰ­σιν, ἡ δὲ σύν­τα­ξις ἐκ τῆς ὁ­δη­γί­ας τῆς χά­ρι­τος». «Ἀ­νοί­κει­όν μοι ἐ­πι­γρά­φειν τὸ ἐ­μὸν ὄ­νο­μα», ἔ­λε­γε, «ἀλλ' ἐ­πὶ τῷ δόν­τι τὴν χά­ριν τού­τους ἀ­να­γρά­φειν δεῖ». Τὸ πραγ­μα­τι­κὸν ὄ­νο­μα τοῦ Θη­κα­ρα τὸ ἐ­γνώ­ρι­ζε μό­νον ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κὸς τοῦ Θε­ο­δοῦ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε δε­σμευ­θει μὲ ὅρ­κον δι­ὰ να μὴν τὸ ἀ­πο­κα­λύ­ψῃ. «καί τι μὲν πό­θεν ἐ­ξε­δό­θη­σαν (οἱ Ὕ­μνοι) -λέ­γει εἰς τὴν δι­ή­γη­σιν τοῦ- βου­λο­μαι ὡς ἤ­κου­σα φρά­ζειν, πε­ρὶ δὲ τὸ ἔκ τι­νος... ἐ­ρεῖν οὐ τολ­μῶ, ὄρ­κου κλει­δί­ῳ κλεί­σας τὰ χεί­λη μου μὴ ἐκ­φά­ναι τού­του τὸ ὄ­νο­μα». Κᾆ­τα δὲ τὸν μο­να­χὸν Μη­τρο­φα­νην τὸ ψαυ­δω­νυ­μον «Θη­κα­ρας» ἐ­δό­θη «κατ' ἐ­πω­νυ­μί­αν τοῦ ἐρ­γο­χεί­ρου αὐ­τοῦ», δη­λα­δὴ ὁ μο­να­χὸς αὐ­τὸς κα­τε­σκεύ­α­ζε θή­κας μα­χαι­ρῶν. Ἔτ­σι τὸν ἀ­να­φε­ρουν καὶ ἐ­πώ­νυ­μοι στι­χο­ποι­οι, ὅ­πως ὁ Φι­λῆς (14ος αἱ.): «...καὶ θη­κα­ρουρ­γους οἵ­δε δρὰν ὑ­μνο­γρα­φους», ὁ Γα­λα­κτι­ων (15ος αἱ.): «Θη­κα­ρας ἂν ᾖς, ὢ μο­να­στα, πρὶν δέ­μας/ἄρ­τι μα­χαι­ρεις καὶ τὸ πνεῦ­μα δεῖν πε­λεις» κ.α. .


Ἑρ­μη­νεί­α τῶν Ὕ­μνων (ἀ­πο­σπά­σμα­τα)

Η. ­ὰν αὐ­τὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος πο­θει τὴν ὑ­μνῳ­δί­α, λό­γῳ ῥᾳ­θυ­μί­ας τις πα­ρα­λεί­ψει, ἂς μὴν προ­τι­μή­σει χω­ρὶς συγ­κρι­ση να οἰ­κο­δο­μεῖ δι­χῶς να ἔ­χει βα­θι­α θε­μέ­λι­α καὶ να ἐ­πι­δι­ῴ­κει τὰ ὑ­ψη­λὰ καὶ τὰ οὐ­ρα­νί­α. Ἂς σου εἶ­ναι, ὢ φί­λε, ὑ­πό­δειγ­μα τὸ κε­ρι. ἐ­ὰν δὲ μα­λα­κω­σει μὲ κα­ποί­α θερ­μό­τη­τα, δεν ἐν­δι­δει να ἀ­πο­κα­λύ­ψει τὸ σῶ­μα τοῦ καὶ να δε­χθει ἐ­κτυ­πω­μα δαχ­τυ­λι­δι­ου.

Θ. μ­πρός, ἂς δω­σου­με καὶ πά­λι ἀ­πο­κρί­σῃ γι­α τοὺς Ὕ­μνους. Προ­ε­ξάρ­χει, λοι­πόν, σὰν ἀ­πὸ ὑ­ψη­λὴ σκο­πι­ά, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­πρε­πε σὲ μυ­στα­γω­γο παν­σο­φο καὶ θε­ο­λο­γι­ο θαυ­μα­σι­ο, αὐ­τὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο σο­φὸς ἀ­πὸ τοὺς σο­φοὺς καὶ συ­νο­μί­λει με τοὺς ὁ­σί­ους, δη­λα­δὴ ὁ κυ­ρις Βλεμ­μυ­δης, κα­θο­δη­γων­τας μας μὲ τὸν δι­κο τοῦ Ὑ­μνο πρὸς τὸ ὕ­ψος τῆς θε­ο­λο­γί­ας καὶ ἐν συ­νε­χεί­ᾳ βρον­το­φω­να­ζον­τας ῥη­τὰ ὅ­τι δεν εἶ­ναι ἐ­φῖ­κτο να ὑ­μνη­σουν ἐ­πά­ξι­α τὸ κᾆ­τα πάν­τα ἄ­πει­ρον τοῦ Θε­οῦ οὔ­τε αὐ­τες οἱ αὐ­λες καὶ νο­ε­ρες, ἐ­που­ρα­νι­ες δυ­νά­μεις. Ἐ­μεις, ὅ­μως, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ πό­θου πρὸς αὐ­τὸν ὁ ὁ­ποῖ­ος μας ἐ­πλα­σε καὶ μας ἐ­δω­σε τὴν ψυ­χὴ καὶ προ­σέ­φε­ρε τὴν γνώ­ση, μὲ συν­το­μι­α δι­α­βα­ζου­με ἀ­πό τις ἰ­δι­ο­τη­τες τοῦ τὴν ἀ­πει­ρί­α, τὴν ἀ­κα­τα­λη­ψί­α, τὸ ἄ­ναρ­χον, τὸ ἀ­πε­ρι­ο­ρι­στον, τὸ ἀ­ό­ρα­τον, τὸ ἄ­φρα­στον, τὸ ἀ­πε­ρι­νο­η­τον, τὸ παν­το­δυ­να­μον, τὸ ὑ­πε­ρού­σι­ον, τὸ ὑ­πε­ρα­γα­θόν, καὶ σὲ ὅ­λα χω­ρὶς συγ­κρι­ση τὸ ὑ­πέρ. Δι­ό­τι κα­θό­λου δεν ὑ­πάρ­χει ἡ δυ­να­το­τη­τα να ἀ­να­πα­ρα­στή­σει κα­νείς με κα­τα­νο­η­το λο­γο κα­ποί­α ἀ­πό τις ἰ­δι­ο­τη­τες τοῦ ἀ­πεί­ρου Θε­οῦ, μά­λι­στα δὲ τὸν δο­ξο­λο­γου­με ἀ­πὸ τὰ με­γα­λουρ­γή­μα­τα τοῦ, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πα­νω ἀ­πὸ κα­θε δι­η­γή­σῃ καὶ πα­νω ἀ­πὸ κα­θε ἐκ­πλη­κτι­κο γε­γο­νός. Καὶ ὅ­λα αὐ­τά, ὄ­χι ἀ­πὸ μο­νοὶ μας, ὅ­πως ἐ­χου­με ἤ­δη πει, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ συλ­λε­ξα­με ἀ­πὸ τὰ συγ­γρα­μα­τα τῶν ἁ­γί­ων καὶ θε­ο­σο­φῶν θε­ο­λό­γων ἀν­δρών, καὶ ἀ­πὸ τὴν πα­λαι­ὰ καὶ νέ­α Δι­α­θή­κη.

ΙΑ. λ­λὰ ἂς ἐ­πι­στρε­ψου­με ὅ­που ἀρ­χι­σα­με, ἐ­ξη­γων­τας γι­α τὸν Ὀρ­θρο. Λαμ­βά­νον­τας ἀ­φορ­μὴ ἀ­πό τις ὑ­πο­θέ­σεις τῶν Ὠ­δῶν, συν­δε­σα­με ται­ρι­α­στα, ὅ­πως ἔ­πρε­πε, μὲ κα­θε Ὠ­δὴ τοὺς Ὕ­μνους. Ἡ πρώ­τη λοι­πὸν Ὠ­δὴ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴν ἀ­λη­θι­νὴ καὶ εἰ­λι­κρι­νῆ καὶ ὀρ­θὴ ὁ­μο­λο­γί­α μας πρὸς τὸν Θε­ο. δι­ό­τι λέ­γει: «οὗ­τός μου Θε­ὸς καὶ δο­ξά­σω αὐ­τόν. Θε­ὸς τοῦ πα­τρός μου καὶ ὑ­ψω­σω αὐ­τόν». Καὶ ἐ­πει­δή με δο­τι­κὴ ἀρ­χι­ζει ἡ Ὠ­δή, μὲ δο­τι­κὴ ὅ­λος ὁ Ὕ­μνος δο­ξο­λο­γει. Ἀ­πὸ τὴν φύ­σῃ τοῦ δὲ ὁ Ὕ­μνος βε­βαι­ω­νει καὶ ἐ­πι­δει­κνυ­ει γι­α τὸν πάν­το­τε ὑ­πάρ­χον­τα καὶ αἰ­τι­ο ὅ­λων ὅ­σων ὑ­παρ­χουν. ὑ­στέ­ρα δὲ κα­τα­λή­γει σύμ­φω­νά με τὴν ὑ­πο­θε­ση τῆς Ὠ­δῆς ἀ­πὸ τὴν δευ­τε­ρη Δό­ξα τῆς τρί­της Στιγ­μῆς, κα­θὼς αὕ­τη πλη­σι­α­ζει στον πρω­το τῆς αἰ­νο. Ἀρ­χι­ζει λοι­πόν, ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ ἀ­πὸ τὰ ὑ­ψη­λο­τε­ρα καὶ κα­τα­λή­γει στα χα­μη­λο­τε­ρα.


Δι­ή­γη­σις πε­ρὶ τῶν Ὕ­μνων

ς. Ταὐτὸν Κά­ποι­α με­ρα ἐ­κεῖ που κα­θο­μου­να, ἔ­πε­σα ξαφ­νι­κὰ σὲ ἐκ­στά­σῃ. Καὶ βλέ­πω στα χε­ρι­α μοῦ τοὺς ὕ­μνους, τὸν κα­θέ­να χω­ρι­σμε­νο σὲ τρί­α τμή­μα­τα, ὅ­πως εἶ­ναι χω­ρι­σμε­νοι καὶ τώ­ρα. Ἀ­φοῦ ἠρ­θα γρή­γο­ρα εἰς ἑ­αυ­τὸν καὶ βα­ρι­α­να­στε­να­ξα μὲ δά­κρυ­α, ἀ­να­φω­νη­σα πρὸς τὸν Θε­ο λέ­γον­τας: «Κύ­ρι­ε, ἐ­πει­δὴ ἔ­χεις πλου­σι­ο τὸ ἔ­λε­ος, εὐ­δο­κη­σε γρή­γο­ρα ἔτ­σι να γι­νει. ἀ­ξι­ω­σε μὲ τὸν ἀ­να­ξι­ο, να γε­μι­σει ἡ ψυ­χή μου σὲ ὁ­λο τῆς τὸ πλά­τος με τε­τοι­ου εἴ­δους Ὕ­μνους τῆς βα­σι­λεί­ας σου.

Δεν πε­ρᾶ­σαν πολ­λες ἡ­με­ρες, καὶ βρι­σκω κά­που τὸ βι­βλι­ο τοῦ ἁ­γί­ου Δι­ο­νυ­σι­ου τοῦ Ἀ­ε­ρο­πα­γι­του. καὶ ἀ­φοῦ δι­α­βᾶ­σα τὰ πε­ρι­ε­χό­με­να καὶ βρη­κα ὅ­τι τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­να­φέ­ρον­ται στην θε­ο­λο­γί­α, χα­ρη­κα ὑ­περ­βο­λι­κά. Ἀ­φοῦ δι­α­βᾶ­σα λοι­πὸν ὁ­λο τὸ βι­βλι­ο, συ­νέ­λε­ξα ὅ­σα ἠ­ταν ται­ρι­α­στα στους Ὕ­μνους καὶ τοὺς συ­νέ­τα­ξά με τὴν βο­η­θεί­ᾳ τῆς χά­ρης καὶ τῶν οἰ­κτιρ­μῶν τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ καὶ σω­τῆ­ρος ἠ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

­ταν συ­νε­γρα­φα συν­τάσ­σον­τας τοὺς Αἰ­νούς, ἐ­βλε­πα ἐ­πα­νῶ μού με τοὺς νο­η­τοὺς ὀ­φθλα­μους πάν­το­τε -καὶ ὅ­ταν συ­νε­γρα­φα καὶ ὅ­ταν προ­σευ­χο­μουν- ἕ­να ὡ­ραι­ο­τα­το χε­ρι ποὺ κρα­του­σε ἕ­να μι­κρο κον­τυ­λι καὶ ἐ­φριτ­τα καὶ μα­ζευ­ο­μουν ἀ­πὸ φο­βο, λέ­γον­τας μο­νο τὸ «Κύ­ρι­ε ἐ­λε­η­σον»

λ­λο­τε κα­τα­λα­βαι­να ὅ­τι ἀγ­γε­λοῖ μου ἐ­πι­δει­κνυ­αν κώ­δι­κά που κρα­τοῦ­σαν στα χε­ρι­α τούς. καὶ ὀ­σο ἐ­βλε­πα αὐ­τά, πολ­λα­πλα­σι­α­ζο­ταν μέ­σα μου ἡ προ­θυ­μί­α καὶ ὁ ἀ­γῶ­νας.

Ι. ­φοῦ σκέ­φθη­κα αὐ­τὰ καὶ θυ­μή­θη­κα ὅ­σα προ­α­νέ­φε­ρα, ἄρ­χι­σά με με­γά­λη ὁρ­μὴ να κα­τα­γρά­φω τοὺς Ὕ­μνους με πο­λὺ ἐ­πι­με­λεί­ᾳ καὶ χω­ρὶς κα­μι­α ἀμ­φι­βο­λί­α. Ὅ­ταν ἀρ­χι­σα λοι­πὸν να γρα­φῶ τὸν Ὑ­μνο τῆς πρώ­της Ὠ­δῆς, ἔ­πε­σε ἡ νυχ­τα. καὶ ἀ­φοῦ ση­κω­θη­κα τὸ με­σο­νυ­κτι­ο, ὅ­πως συ­νη­θι­ζουν οἱ μο­να­χοί, ἐ­ψαλ­λα τὴν δι­α­τε­ταγ­μέ­νη μου ἀ­κο­λου­θί­α. με­τὰ τὴν ἀ­πο­λύ­σῃ κα­θη­σα να κοι­μη­θω γι­α λι­γο. καὶ ἀ­μέ­σως κα­τα­λα­βαι­νω να στε­κε­ται ἐ­πα­νῶ μου κα­ποι­ο εἰ­δὸς ἀρ­χι­στρα­τή­γου, ὁ ὁ­ποῖ­ος φο­ρου­σε βα­σι­λι­κο δι­ά­δη­μα καὶ εἶ­χε φτε­ρα καὶ στους δυ­ο ὠ­μοὺς καὶ κρα­του­σε στο χε­ρι τοῦ χρυ­σο θυ­μι­α­τη­ρι­ο, ἐ­κεῖ που βρι­σκον­ταν τὰ καρ­βου­να, βλέ­πω να κεῖ­ται τὸ σχε­δί­α­σμα τὸ ὁ­ποι­ο ἐ­γρα τὴν προ­η­γου­μέ­νη ἡ­μέ­ρα. Καὶ δεν μοῦ εἶ­ναι δυ­να­τὸν να μι­λη­σω λε­πτο­με­ρῶς γι­α κα­θε Ὑ­μνο, γι' αὐ­το ἂς προ­χω­ρη­σου­με στα τε­λευ­ταί­α.

­ταν ἐ­γρα­φα τὸν Ὑ­μνο τῆς ἐ­νά­της Ὥ­ρας, στο τέ­λος τοῦ το­πο­θε­τη­σα Αἰ­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Μα­ξι­μου ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λε­γε: «καὶ πάν­των τῶν νο­η­τῶν νο­η­τὸς» καὶ ἀ­κού­ω ἀ­πὸ ἐ­πα­νῶ μου νο­ε­ρη φω­νή, ἡ ὁ­ποί­α μου ἔ­λε­γε: «καὶ πάν­των τῶν νο­η­τῶν ἀ­πε­ρι­νο­η­τος».

Στον Ὑ­μνο τοῦ Ἐ­σπε­ρι­νου, στο δευ­τε­ρο μέ­ρος, με­λε­του­σα πὼς να το­πο­θε­τη­σω τὰ κε­φά­λαι­α τῶν Αἰ­νῶν τοῦ. καὶ ἀ­φοῦ πη­γα στην ἐκ­κλη­σί­α -δι­ό­τι ση­μα­νε τό­τε ὁ Ἐ­σπε­ρι­νος- ἀ­κού­ω ἀ­πὸ τὰ δε­ξι­ὰ μέ­ρη τοῦ ἁ­γί­ου βή­μα­τος κα­ποί­α νο­ε­ρη φω­νὴ να λε­ει: «Εὐ­λο­γη­με­νον τὸ κρά­τος τῆς βα­σι­λεί­ας σου, καὶ ὑ­πε­ρυ­μνη­τον καὶ ὑ­πε­ρυ­ψου­με­νον». καὶ ἀ­μέ­σως δό­ξα­σα τὸν Θε­ο, δι­ό­τι αὐ­το μὲ ἀ­πα­σχο­λου­σε.

­ταν τε­λει­ω­σα τὴν συγ­γρα­φὴ τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας τῶν Ἀ­πο­δεί­πνων, ἐ­προ­κει­το να ὑ­ψω­σω τὰ χε­ρι­α μοῦ καὶ να δο­ξά­σω τὸν Θε­ο καὶ να εὐ­χα­ρι­στή­σω, ὅ­πως ὀ­φει­λα, αὐ­τόν που ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­γα­θό­τη­τας τοῦ μου δω­ρι­σε ὅ­σα ἀ­γα­πη­σε ἡ ψυ­χή μου, πα­νω ἀπ' ὅ­λα τὰ πο­λύ­τι­μα αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Καὶ πρὶν ση­κω­θω βλέ­πω να κα­τε­βαι­νουν μὲ θο­ρυ­βώ­δη ὁρ­μή, τρεῖς με­γα­λες στα­γό­νες νε­ρο. καὶ ἔ­πε­σαν ἐ­πά­νω στο χαρ­τι, στα γράμ­μα­τά που μό­λις εἰ­χα γρά­ψει. καὶ ἀ­φοῦ κοι­τα­ξα ψη­λα, δεν εἰ­δα οὔ­τε συ­νε­φο οὔ­τε που­λι. Με­τὰ ἀ­πὸ λι­γο, ὅ­ταν τις σκου­πι­σα, τὸ χε­ρι μοῦ καὶ τὸ χαρ­το ὑ­γραν­θη­καν, ἐ­νῶ τὰ γράμ­μα­τα δεν ἀλ­λά­ξαν κα­θό­λου μορ­φή, ἂν καὶ τὸ μέ­λα­νι ἠ­ταν ἀ­κο­μη ὑ­γρο. καὶ αὐ­το εἶ­ναι τὸ με­γα­λυ­τε­ρο θαῦ­μα, ὅ­τι οὔ­τε μι­ᾷ τε­λεί­ᾳ δεν ἑ­ξα­φα­νι­σθη­κε. Ἐ­γὼ λοι­πὸν ἀ­φοῦ εἰ­δα αἰ­σθη­τὰ τὴν φρον­τί­δα τοῦ πα­να­γά­θου Θε­οῦ, ση­κω­θη­κα γε­μα­τος δά­κρυ­α, φο­βο καὶ ἀ­γαλ­λι­α­ση, γι­α να τοῦ ἀ­πο­δώ­σω, ὅ­πως ἠ­ταν δι­και­ο, τὴν δό­ξα καὶ τὴν εὐ­χα­ρι­στί­α καὶ τὴν προ­σκυ­νή­σῃ.

Κς.
...
­ὰν λοι­πὸν ὁ ἀ­δελ­φὸς τοὺς ἀ­γά­πη­σε, θὰ προ­σπα­θή­σει με ὅ­λη τοῦ τῇ δύ­να­μη να τοὺς ἀ­πο­στη­θί­σει (*ἐν­νο­εῖ τοὺς Ὕ­μνους). καὶ θὰ τοῦ πεις ὅ­τι ἐ­ὰν δεν τοὺς ἀ­πο­στη­θι­σεις, δεν θὰ αἰ­σθαν­θεις τὴν εὐ­φρο­σύ­νη ἀ­πὸ τῇ γλυ­κύ­τη­τα τούς, οὔ­τε τὴν δυ­να­μη, οὔ­τε θὰ κα­τα­λα­βεις ἀ­κρι­βῶς σὲ τι δι­α­φε­ρουν ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους.

­ταν­ λοι­πὸν τοὺς ἀ­πο­στη­θι­σει, ἀν­τὶ γι­α ζά­λη καὶ φο­βο, θὰ γε­μι­σει μὲ χα­ρὰ καὶ ἀρ­ρή­τη ἀ­γαλ­λι­α­ση καὶ θὰ στε­ρε­ω­θει μέ­σα τοῦ ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ ἐλ­πί­δα πρὸς τὸν Θε­ο καὶ δεν θὰ μπο­ρει κα­νεὶς ἐ­χθρι­κὸς λο­γι­σμὸς να τὸν κλο­νι­σει. Δι­ό­τι θὰ αἰ­σθαν­θει τὴν χα­ρῇ τοῦ ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος σὰν φω­τι­α ποὺ τοῦ ἀ­να­βει τὸν θεῖ­ο πο­θο. Καὶ θὰ δεῖ με τοὺς νο­ε­ροὺς ὀ­φθαλ­μοὺς τὴν σκέ­πη τοῦ Θε­οῦ να τὸν φυ­λάσ­σει ἀ­πὸ κα­θε κα­κο. Ἀλ­λὰ καὶ κᾆ­τα τάγ­μα­τα τοὺς ἁ­γί­ους ἀγ­γέ­λους στον δρο­μο τῆς ὑ­μνῳ­δί­ας τοῦ θὰ θε­ω­ρή­σει ἡ ψυ­χὴ να στε­κον­ται ἀ­πέ­ναν­τι καὶ ἐ­πα­νῶ τοῦ καὶ να πα­ρα­λαμ­βα­νουν μέ τις χλα­μύ­δες τοὺς τὸν θεῖ­ο Ὑ­μνο, πρᾶγ­μα ἀ­κρι­βῶς που δεν μπο­ρει να δεῖ κα­νεὶς σὲ ξέ­νη προ­σευ­χή. Καὶ τό­τε πό­ση πλη­ρο­φο­ρί­α θὰ μπο­ρου­σε κα­νεὶς να λα­βει ἀ­πὸ τὸν Θε­ο γι' αὐ­τούς!

Αὐ­τοὶ γρή­γο­ρα ἀ­να­βι­βα­ζουν τὸ νοῦ σὲ θε­ω­ρί­α. αὐ­τοὶ σύν­το­μα θὰ προ­κο­ψουν στην ψυ­χή. Καὶ ὅ­ταν κα­νεὶς χρο­νι­σει λέ­γον­τας τοὺς καὶ τοῦ γι­νουν ἕ­ξῃ, τό­τε θὰ δεῖ με τοὺς νο­ε­ροὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ὑ­ψη­λο­τε­ρες θε­ω­ρι­ες, ἀ­πει­ρες δο­ξες, δι­ό­τι θὰ βλέ­πει στον ἰ­δι­ο το­πο ἐ­πα­νῶ τοῦ, σὰν σὲ κα­θρε­πτη, να με­τα­βάλ­λε­ται ἡ μι­ᾷ δό­ξᾳ σὲ ἄλ­λῃ δό­ξᾳ. Ὢ ἄ­βυσ­σος τῶν θαυ­μα­σί­ων τοῦ Θε­οῦ! Ἐ­πει­δὴ κα­θε ἥ­με­ρα ὁ­λο καὶ πε­ρισ­σο­τε­ρες δο­ξες δη­μι­ουρ­γεῖ στῇ στιγ­μὴ ἐ­νώ­πι­ον αὐ­τοῦ που τὸν δο­ξά­ζει με εἰ­λι­κρι­νεί­ᾳ, τὶς ὁ­ποι­ες δεν μπο­ρει στό­μα ἀν­θρώ­που να ἑρ­μη­νεύ­σει.
...


Εκδοσις Ἱ­ε­ρὰ Μο­νὴ Παν­το­κρά­το­ρος - Ἅ­γι­ον Ὅ­ρος

(Το κείμενο είναι πολυτονισμένο με τις ρυθμίσεις του αυτόματου πολυτονιστή του υπολογιστή .Σε περίπτωση αντιγραφής-επικόλλησης παρακαλώ να ληφθεί αυτό υπόψιν

Ο ΘΗΚΑΡΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΙΑΔΙΚΟΙ ΤΟΥ ΥΜΝΟΙ





Παναγιώτου Ἰ. Σκαλτσῆ

Ἀναπλ. Καθηγητοῦ

Άριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης





Θηκαρᾶς καί οἱ Τριαδικοί του Ὕμνοι







φωτογραφία: ''Ἡ ψυχοσωτήριος καί οὐρανοδρόμος Κλίμαξ" τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου. Τοιχογραφία τοῦ 1820. Ἐργαστήριο Καρπενησιωτῶν ζωγράφων ὑπό μοναχοῦ Μητροφάνη ἐκ Βιζύης. Κυριακό Καυσοκαλυβίων.

Στήν ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Λατρείας ἔχουν καταγραφεῖ λαμπρά ποιητικά δημιουργήματα τά ὁποῖα, ἐκτός ἀπό τή λειτουργική τους χρήση καί τήν ἀξιοποίησή τους στήν κοινή προσευχή τῶν πιστῶν, ἀποτελοῦν μνημεῖα τοῦ πολιτισμοῦ μας καί ἐκφράζουν κατά τόν καλύτερο τρόπο τή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μεταξύ τῶν δημιουργημάτων αὐτῶν εἶναι καί οἱ Τριαδικοί Ὕμνοι τοῦ Θηκαρᾶ, ἕνα ἔργο σπουδαῖο, πού συνδέθηκε μέ τήν κατ’ ἰδίαν προσευχή κυρίως τῶν μοναχῶν καί ἐκδόθηκε πρόσφατα ἀπό τήν Ἱερά Μονή Παντοκράτορος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Μέ τό ὄνομα Θηκαρᾶς ἐννοοῦμε τόν λόγιο μοναχό καί ἡσυχαστή ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ὁ ὁποῖος ἔζησε κατά τήν περίοδο τοῦ ἡσυχασμοῦ (τέλη 13ου - ἀρχές 14ου αἰῶνα) καί ἔλαβε τήν προσωνυμία αὐτή ἀπό τό γεγονός ὅτι ἦταν κατασκευαστής θηκῶν γιά μαχαίρια. Ἦταν πάρα πολύ ταπεινός μοναχός καί τό πραγματικό του ὄνομα τό γνώριζε μόνο ὁ ὑποτακτικός καί μαθητής του Θεόδουλος, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶχε δεσμευθεῖ μέ ὅρκο νά μήν ἀποκαλύψει ποιός εἶναι ὁ Θηκαρᾶς. Ἔχει βεβαίως ταυτισθεῖ κατά καιρούς μέ διάφορα πρόσωπα, ὅπως π.χ. μέ τόν προαναφερθέντα μαθητή του Θεόδουλο, τό μοναχό Διονύσιο, τό Θωμά Μάγιστρο ὁ ὁποῖος ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Θεόδουλος κ.ἄ. Ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα ἔχει ἀπορρίψει κάποιες ἀπό αὐτές τίς ταυτίσεις, ἀλλά δέν ἔχει καταλήξει μέ βεβαιότητα ποιός εἶναι ὁ Θηκαρᾶς . Μέ τήν ἐν λόγῳ προσωνυμία, ἐκτός ἀπό τό ψευδωνύμως φερόμενο πρόσωπο, ἐννοεῖται καί ὁλόκληρη ἡ Συλλογή πού σχετίζεται μέ τό Θηκαρᾶ. Πρόκειται συγκεκριμένα γιά τό καθημερινό Ὡρολόγιο μέ τούς εἰδικούς Τριαδικούς Ὕμνους καί τίς Εὐχές, τήν Ἀσκητική Ἀκολουθία γιά τήν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς, διάφορα ἑρμηνευτικά ὑπομνήματα τοῦ ὑμνογραφικοῦ ἔργου τοῦ Θηκαρᾶ καί Πατερικά Ἀνθολόγια πού περιέχουν κείμενα ἀναφερόμενα στή σπουδαιότητα τῆς δοξολογίας καί εὐχαριστίας τοῦ Θεοῦ διά τῆς ὑμνολογίας. Ὁ ἴδιος ὁ Θηκαρᾶς μᾶς πληροφορεῖ γιά τόν ἀποκαλυπτικό τρόπο μέ τόν ὁποῖο διδάχθηκε καί ἐμπνεύσθηκε τούς ὑψηλῆς γλωσσικῆς ἔκφρασης καί θεολογίας ὕμνους του, ἀλλά καί γιά τό βιβλικό καί πατερικό ὑπόβαθρο τοῦ πρωτότυπου καί προοριζόμενου γιά τήν ἀτομική προσευχή τῶν ἀσκητῶν Ὡρολογίου του. Στό σημαντικότερο ἀπό τά ὑπομνήματα τοῦ ἐν λόγῳ Ὡρολογίου, πού εἶναι αὐτό τοῦ Θεοδούλου, φαίνεται νά ἐκμυστηρεύεται ὁ Θηκαρᾶς ὅτι, ὅταν συμμετεῖχε στήν κοινή λατρεία καί ἄκουγε αἶνο ἤ δοξολογία στό Θεό, τότε παρακαλοῦσε μέ δάκρυα νά τοῦ δώσει ὁ Κύριος τήν ἱκανότητα νά κάμει καί αὐτός ὕμνους προκειμένου νά δοξολογεῖ τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ· «Κύριε, λέγει, πάντα δύνασαι· ὁδήγησόν με ποῦ εἰσίν ὕμνοι τῆς βασιλείας σου, ἵνα, πάντα ὅσα ἔχω ἀπεμπολήσας θελήματα, ἀναλαβῶν ἐντρυφήσω αὐτούς» . Ὡς ἀπάντηση στήν ὡς ἄνω προσευχή τοῦ ὑμνητῆ τῆς Παναγάις Τριάδος Θηκαρᾶ ἦταν τόσο τό θάρρος πού πῆρε ὥστε νά καταγράφει τούς ὕμνους πού ἔβρισκε, ὅσο καί οἱ διάφορες ὀπτασίες μέ ἀγγέλους, τό πανάγιο καί ζωοποιό Πνεῦμα, ἀκόμη καί τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό νά κρατᾶ κώδικα στά χέρια Του καί μικρό κοντύλι καί νά τόν ἐνθαρρύνει νά καταγράψει καί δοξολογήσει τόν ἐν Τριάδι Θεό. Ἡ ἐκλογή, γράφει χαρακτηριστικά, εἶναι ἀπ’ ὅλη τή θεόπνευστη Γραφή καί δή τό Ψαλτῆρι πού βρύθει ψαλμῶν ἀναφερομένων στούς θείους αἴνους . Οἱ ὕμνοι του ἐπίσης ἐμπνέ¬ονται καί ἀπό τά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων πού ἀναφέρονται στή θεολογία, μέ πρῶτο τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, ἀλλά καί τούς Γρηγόριο Θεολόγο, Μέγα Βασίλειο, Μάξιμο Ὁμολογητή κ.ἄ.. «Ἀλλά καί ὅπου ἄν ἤκουσα καί εἶδον θεῖον αἶνον, εὐθύς ὥσπερ μέλισσα ἠνθολόγουν αὐτόν· ἡ δέ σύνταξις ἐστίν ἡμετέρα, μᾶλλον δέ οὔχ ἡμετέρα ἀλλά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ» . Μέ βάση λοιπόν τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Πατερική παράδοση, σέ μίαν ἐποχή πού ὑπῆρχαν ἔντονα τριαδολογικά ζητήματα καί κάποιες αἱρετικές ὁμάδες προερχόμενες ἀπό τούς Βογόμιλους ὑπερτόνιζαν τήν ἀτομική προσευχή σέ βάρος τῆς κοινῆς λατρείας καί δοξολογίας τοῦ Θεοῦ , ὁ Θηκαρᾶς συνέταξε ἕνα νέο Ὡρολόγιο στή βάση τῶν τεταγμένων Ἀκολουθιῶν τοῦ νυχθημέρου, ἀλλά μέ διαφορετικούς ὕμνους καί διαφορετικές εὐχές. Τό ἰδιαίτερο γνώρισμα τοῦ ποιητικοῦ αὐτοῦ ὑλικοῦ εἶναι ὅτι ἐξυμνεῖ τήν Ἁγία Τριάδα καί κάθε ὕμνος διαιρεῖται σέ τρία μέρη προκειμένου νά εἶναι «ἀμέριστος ἐν μεμερισμένοις, εἰς τύπον τῆς Ἁγίας Τριάδος, τῆς μίας θεότητος» . Οἱ ἐν λόγῳ ὕμνοι διαβάζονταν κατά τόν κανόνα τῆς ἀτομικῆς προσευχῆς τῶν μοναχῶν ὡς περαιτέρω ἄσκηση, ἀλλά ἦταν δυνατόν νά ἀξιοποιηθοῦν καί στήν κοινή λατρεία, ἡ ὁποία πάντοτε προηγεῖτο καί ἀκολουθοῦσαν οἱ τριαδικοί ὕμνοι ἀλλά καί ἡ μονολόγιστος εὐχή «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Οὕτως ἤ ἄλλως ὁ Θηκαρᾶς προέτρεπε τούς μοναχούς, σ’ ἕνα κλίμα πάντοτε ἐλευθερίας, νά εἶναι ἐραστές τῶν ὕμνων, διότι καλλιεργοῦν τήν ταπείνωση, ὁδηγοῦν στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί συντελοῦν στήν ἐνοίκιση τῆς παναγίας Τριάδος στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Χαρακτηριστικό δεῖγμα τῶν ὑψηλῶν θεολογικῶν ἐννοιῶν, ὅταν ἀναφέρεται στή θεολογία τοῦ τριαδικοῦ δόγματος, εἶναι καί τό παρακάτω κείμενο, ὅπου γιά τήν τριαδική βασιλεία λέγει ὅτι εἶναι «ἡ πάντων ἀρχή ὑπεράρχιος, καί ἀπειρία πάσης ἀπειρίας, καί πάντων πέρας ὑπερτελές· ἡ πάντα ἐν σεαυτῇ περιέχουσα κατά μίαν ὑπερουσίως ἀπειρίας ἁπλότητα» . Γιά τόν Τριαδικό Θεό δέ ὡς δημιουργό τοῦ κόσμου γράφει ὅτι ἀπ’ αὐτόν προέρχεται «πᾶν πέρας, οἱ ὅροι πάντες· τά στοιχεῖα, τά εἴδη· αἱ ἑτερότητες, αἱ ταυτότητες· αἱ ποσότητες, αἱ σμικρότητες, αἱ μεγαλειότητες· πάντων αἱ συγκράσεις, αἱ διακρίσεις, αἱ ἀδιάλυτοι συνοχαί τῶν γινομένων» . Ὅπως εἶναι εὐνόητο τό ἔργο αὐτό τοῦ Θηκαρᾶ, πού στή χειρόγραφη παράδοση μαρτυρεῖται ἀπό τόν 14ο αἰῶνα , εἶχε εὐρεία διάδοση στίς Ἱερές Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλά καί ἔξω ἀπό αὐτές, ὅπως ἐπίσης καί στό μοναχισμό τῶν Σλαυικῶν Ἐκκλησιῶν. Αὐτό μαρτυροῦν τά πολλά χειρόγραφα στά ὁποῖα διασώζεται τό ἐν λόγῳ Ὡρολόγιο, ἀλλά καί οἱ κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἔντυπες ἐκδόσεις του γιά τίς πνευματικές ἀνάγκες τόσο τῶν ἀσκητῶν, ὅσο καί τῶν ἐγγάμων λαϊκῶν. Τό κύρος πού εἶχε ὁ Θηκαρᾶς ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τό ἐνδιαφέρον τῶν Κολλυβάδων γι’ αὐτόν. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης π.χ. τόν ἀναγνώριζε ὡς σπουδαῖο ὑμνογράφο καί συνιστοῦσε οἱ θεολογικοί του ὕμνοι καί οἱ εὐχές νά λέγονται κατ’ ἰδίαν καί ὄχι στίς κοινές συνάξεις . Στίς μέρες μας ὁ Θηκαρᾶς ἀποκτᾶ ξεχωριστό ἐνδιαφέρον μέ τήν ἔννοια ὅτι καί σήμερα ἔρχεται νά ἐπισημάνει α) τήν ἑνότητα κοινῆς καί κατ’ ἰδίαν προσευχῆς β) τή σημασία τῆς πίστης καί προσευχῆς στόν Τριαδικό Θεό δημιουργό τοῦ σύμπαντος κόσμου καί ἐγγυητή τῆς ἀκεραιότητος τῆς προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου γ) τό μέγεθος τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας, μέσα ἀπό τή δοξολογία, τήν εὐχαριστία καί τήν εὐλόγηση τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή εἶναι ἀπόλυτα ἐπίκαιρος ὁ λόγος ἑνός ἐκ τῶν παλαιῶν ἐκδοτῶν τοῦ Θηκαρᾶ, ὁ ὁποῖος ἀπευθυνόμενος στόν φιλοαναγνώστη του σημειώνει ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ὕμνοι στήν ὑπέρθεον Τριάδα συνιστοῦν πολύτιμους λίθους «οἵτινες λάμποντες καί ἀστράπτοντες ἐν τῇ καρδίᾳ σου δείχνουσι καί φανερώνουσιν εἰς τήν ψυχήν σου τήν ἀληθῆ ἐπίγνωσιν τῆς τρισηλίου θεότητος» .

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

ΝΗΠΤΙΚΗ ΛΥΣΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝἈπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,



Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 8ο, στίχοι 5 ἕως 15, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας τοῦ κηρύγματος τῆς Κυριακῆς, πού ἔγινε τήν Κυριακή 17-10-2010

Ἡ παραβολή τοῦ σπορέως πού ἀκούσαμε στό σημερινό Εὐαγγέλιο, ἡ τόσο γνωστή, εἶναι σέ ἕνα πρῶτο κοίταγμα πολύ εὔληπτη καί πολύ κατανοητή. Τόσο κατανοητή καί γνωστή στό πλήρωμα τοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας, πού θά ἐρωτοῦσε κανείς: «τί ἄλλες ἑρμηνευτικές προσεγγίσεις θά μποροῦσε νά κάνει κάποιος, παρά νά μιλήσει γιά τά γνωστά;».
Κι ὅμως μέ τό ἴδιο αὐτό κείμενο, μέ αὐτά τά λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, ἀνοίγεται ἕνα πολύ μεγάλο θέμα τό ὁποῖο ἀφορᾶ τόν κάθε Χριστιανό καί εἶναι τό πῶς κατανοοῦνται μέσα στήν Ἐκκλησία τά λειτουργικά κείμενα. Πῶς μποροῦμε νά ζήσουμε τά κείμενα; Πολλοί λένε «δέν καταλαβαίνουμε τί γίνεται στά τελούμενα μέσα στήν Ἐκκλησία».
Τό κείμενο αὐτό τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου μέ ἁπλό καί θεολογικό τρόπο δίνει ἀπάντηση στό πῶς θά μποροῦμε νά κατανοοῦμε τά κείμενα αὐτά. Ἡ ἀπάντηση πού δίνει ἐδῶ ὁ Χριστός ὅταν Τοῦ λένε οἱ μαθητές Του «τί σημαίνει αὐτή ἡ παραβολή;» εἶναι στό πρῶτο ἄκουσμά της προβληματική. Τούς λέει: «Ἐσεῖς εἶστε ἐδῶ γιά νά ἀκοῦτε τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄλλοι θά τά ἀκοῦνε σέ παραβολές». Δηλαδή, τό μυστήριο εἶναι τόσο εὔκολο νά κατανοηθεῖ; Ἐνῶ ἡ παραβολή, πού εἶναι μιά ἁπλή διήγηση, εἶναι δύσκολη; Μάλιστα, ὅπως φαίνεται μέσα στό κείμενο, ὁ Χριστός προβάλλει καί μιά πρόσθετη δυσκολία ὅταν λέγει ὅτι: «σέ αὐτούς μιλῶ μέ παραβολές γιά νά φαίνεται ὅτι βλέπουν, ἐνῶ δέν βλέπουν καί γιά νά φαίνεται ὅτι ἀκοῦν, ἐνῶ δέν ἀκοῦν». Ἀλλά γιατί νά ὑπάρχει αὐτή ἡ δυσκολία;
Πέρα ἀπ᾽ ὅλη αὐτή τή δυσκολία ὅμως αὐτή ἡ παραβολή τοῦ σπορέως μέ τά ἴδια τά λόγια τοῦ Χριστοῦ ἀνοίγει ἕνα πολύ μεγάλο θέμα. Τό θέμα τῆς κατανοήσεως τῶν λόγων τῆς Ἐκκλησίας. Δίνει ὅμως καί τό κλειδί τοῦ ξεκλειδώματος αὐτοῦ τοῦ «γρίφου», θά ἔλεγα, πού ἀφορᾶ πολλές φορές τόν λαό μας καί πού ἔχει ταλαιπωρήσει τήν Ἐκκλησία μέ τίς προσπάθειες μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων, τῶν ἀκολουθιῶν κ.λπ., οἱ ὁποῖες ἔχουν δημιουργήσει πολυποίκιλες μορφές διαταράξεως τῆς ἰσορροπίας τῆς Ἐκκλησίας.
Ἄς δοῦμε ὅμως τί κρύβεται στή ρίζα, στόν πυρήνα αὐτοῦ τοῦ κειμένου τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου καί ἄς ψάξουμε νά δοῦμε ποῦ εἶναι οἱ λύσεις τοῦ προβλήματος αὐτοῦ. Ἄς ξεκινήσουμε μέ αὐτό πού λέει ὁ Χριστός: «ἵνα βλέποντες μή βλέπωσι καί ἀκούοντες μή ἀκούωσι». Τί θά πεῖ αὐτό; Ὅτι μπορῶ νά βλέπω κάτι καί ταυτόχρονα νά μήν τό βλέπω; Βεβαίως. Ἅμα δέν ἔχω βαθύ κοίταγμα, ἅμα δέν ἔχω καθαρές αἰσθήσεις μπορεῖ νά βλέπω κάτι καί ἄν ἔχω κάποια μορφή εἰδικῆς μυωπίας νά μήν τό βλέπω. Μπορεῖ νά νομίζω ὅτι τό βλέπω, ἀλλά στήν πραγματικότητα νά μήν τό βλέπω. Ἤ, ἄν ἔχω κάποια πάθηση στόν ἐγκέφαλό μου, οἱ ἄλλοι μπορεῖ νά νομίζουν ὅτι ἀκούω τούς ἤχους καί βλέπω τά διάφορα ἐξωτερικά ἐρεθίσματα καί ὅμως ἐγώ νά μήν τά καταλαβαίνω. Ἄρα πολλές φορές μπορεῖ νά ὑπάρχει μιά βαθιά ἐσωτερική ἔλλειψη μέσα μας πού δέν μᾶς ἀφήνει νά κατανοήσουμε αὐτό πού βλέπουμε καί ἀκοῦμε.
Καί ἐδῶ ἀκριβῶς ὁ Χριστός ἀνοίγει μέ ἕναν μοναδικά ἁπλό τρόπο τόν δρόμο στή νηπτική καί ἀσκητική θεωρία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ πρότασή Του, πού θά τή δοῦμε ἀμέσως τώρα εἶναι ἀκριβῶς τό νά μποῦμε στή νηπτική διαδικασία τῆς Ἐκκλησίας μας καί στήν κάθαρση τῶν παθῶν ὅπου τότε ὅλα θά γίνονται κατανοητά. Ἔξω ἀπ᾽ αὐτήν καί τά ἁπλά πράγματα θά εἶναι ἀκατανόητα καί τό ἁπλό «Κύριε ἐλέησον» θά εἶναι ἀκατανόητο καί τό «Παράσχου Κύριε» θά εἶναι ἀκατανόητο καί τό «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» θά εἶναι ἀκατανόητο, ὅλα καί τά κατανοητά καί τά ἀκατανόητα καί τά μυστήρια καί τά μή μυστήρια θά εἶναι ἀκατανόητα γιά τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἄν δέν μπεῖ στήν πρόταση τοῦ Χριστοῦ πού κρύβει μέσα της ἀκριβῶς αὐτή τή νηπτική θεωρία.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Ανάλυση της θεολογίας της εικόνας της Γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

"Η αγία εικόνα της Γέννησης του Χριστού"

Του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
Συνεχίζουμε με την εικόνα της Γεννήσεως που είχαμε αρχίσει την προηγούμενη φορά και δεν είναι η ίδια ακριβώς εικόνα. Η σημερινή εικόνα έχει παραλλαγές και στοιχεία που δεν έχει η προηγούμενη εικόνα. Απλώς υπενθυμίζω ορισμένα, σκιαγραφικώς, πέρα από τις γενικές αρχές που σας είχα δώσει. Μίλησα για το σκοτάδι που υπάρχει μέσα στην εικόνα· μέσα σε αυτόν το χώρο που είναι το σκότος και η σκιά του θανάτου, όπως περιγράφει ο προφήτης Ησαΐας, δηλαδή στον κόσμο στον οποίο γεννήθηκε ο Χριστός. Θυμίζω τα δύο ζώα που εκφράζουν τους εξ εθνών και εξ Ιουδαίων Χριστιανούς, όπως περιγράφεται βιβλικά η λέξη αυτή από τον Μιχαία και από τον προφήτη Ησαΐα. Ο Χριστός αγιογραφείται πάντα ανάμεσα σε δυο ζώα που ήταν όλοι οι άνθρωποι· άλογοι [ήταν] ακόμη και οι Ιουδαίοι που ενώ ήξεραν ένα μέρος της αλήθειας, αλόγως φέρθηκαν. Ακόμη και οι εξ εθνών Χριστιανοί και αυτοί αλόγως φέρθηκαν. Άρα εν μέσω δύο ζώων «γνωσθείς» ο Χριστός που είναι εδώ στη μέση….

gen1…. Ο Χριστός είναι τυλιγμένος με κάποια σουδάρια νεκρικά. Εδώ, δηλώνεται ότι ο Χριστός γεννήθηκε για να πεθάνει για εμάς. Δεν είναι απλώς ο θρίαμβος της Γεννήσεως του Χριστού. Η Γέννηση του Χριστού ετοιμάζει το Πάσχα. Γι’ αυτό ο Χριστός κείται, κοιμάται μέσα σε έναν τάφο. Δεν κοιμάται στο οποιοδήποτε κρεβάτι· πράγμα που αποτελεί το γεγονός το οποίο θα μας συνδέσει αναγωγικά προς το χώρο της Αναστάσεως. Εδώ, έχουμε την Παρθένο, την Παναγία. Η Παρθένος έχει πάντοτε - σε όλες τις αγιογραφικές εκφράσεις - στο κεφάλι της και τις δύο πλάτες, τρία αστεράκια. Οκτάκτινα αστεράκια. Τα τρία αστεράκια δηλώνουν ότι η Παναγία ήταν Παρθένος προ, κατά και μετά τον τόκο. Είναι ακριβώς Παρθένος. Και το οκτάκτινο αστεράκι σημαίνει το μυστήριο της όγδοης ημέρας. Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο σε εφτά ημέρες. Την έβδομη ημέρα ο άνθρωπος απέτυχε. Και ο Θεός εγκαινίζει δια του έργου της Θείας Οικονομίας και της του Χριστού συγκαταβάσεως, το έργο της ογδόης ημέρας της Δημιουργίας- που είναι ακριβώς το έργο της Θείας Οικονομίας. Γι’ αυτό η Παναγία μετέχει στο έργο της Θείας Οικονομίας. Είναι διάκονος στο μυστήριο αυτό. Και γι’ αυτό ακριβώς έχει αυτά τα αστεράκια....
Να υπενθυμίσω ότι η αγιογραφία εκφράζει μία θεολογία. Βλέπετε, έχουμε ως πηγές μελέτης την Αγία Γραφή, έχουμε τους ύμνους της Εκκλησίας που είναι η υμνολογική απόδοση της θεολογίας, και έχουμε τις εικόνες που είναι η ζωγραφική απεικόνιση της θεολογίας. Άρα εδώ ό,τι κάνουμε είναι μια θεολογία. Γι’ αυτό πολλές φορές απεικονίζουμε με γραφικές εκφράσεις, ακόμη και τροπάρια. Λέει το τροπάριο των Χριστουγέννων «Παρθένος καθέζεται τα Χερουβίμ μιμουμένη». Κι εδώ ακριβώς στην εικόνα, η Παναγία «καθέζεται τα Χερουβίμ μιμουμένη» με έναν τρόπο. Βλέπετε, τα χέρια της τα έχει χερουβικώς-πως, σε μια στάση προσευχής και καθέζεται. Το καθεζόμενον δηλώνει πάντοτε στη θεολογία μας μία βεβαιότητα. Υπάρχει κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, νομίζω του προφήτου Ωσηέ, ο οποίος προφήτης Ωσηέ λέει αναφερόμενος στο Θεό : «Συ, ο καθήμενος, ημείς δε απολλύμεθα. Συ ο καθήμενος εις τους αιώνας». Βλέπετε τη συγκριτική; Ο καθήμενος και όχι ο όρθιος, ο απολλύμενος. Δηλαδή η θέση της καθήσεως σημαίνει βεβαιότητα. Ο Θεός είναι καθήμενος. Γι’ αυτό τους αγίους δεν τους κάνουμε καθημένους. Είναι λανθασμένη και ρομαντική έκφραση να κάνεις έναν άγιο ένθρονο. Ένθρονος είναι μονάχα ο Χριστός ή η Παναγία. Δηλαδή ακρότατες μορφές. Ο καθήμενος σημαίνει μία απόλυτη βεβαιότητα. Και βλέπετε η Παναγία, μετά από την αποδοχή του γεγονότος της Θείας οικονομίας που θα λειτουργηθεί επάνω της, γίνεται η Παναγία μας. Δηλαδή, γίνεται η οριστικά αμετάπτωτος προς την αμαρτία. Γι΄ αυτό είναι καθεζόμενη η Παναγία.
Να δούμε τώρα και τα περιφερειακά, γύρω-γύρω, στοιχεία. Έχουμε τους αγγέλους οι οποίοι δοξολογούν. Υποχρεωτικά, όλοι οι άγγελοι έχουν στο κεφάλι τους μία κορδέλα. Έχουν πάντοτε πλουσία κόμη και πάντοτε - δογματικό στοιχείο είναι αυτό, δεν είναι στοιχείο δευτερεύον - μία κορδέλα. Τι σημαίνει αυτή η κορδέλα; Οι ουράνιες δυνάμεις, όπως και τα επίγεια λογικά όντα, δηλαδή οι άνθρωποι, είναι τα έλλογα ζώα – όντα. Ζώον θεούμενον είναι ο άνθρωπος. Οι άγγελοι στρέφουν το νου τους στο Θεό και ζουν εξ αυτής της τροφής. Ακόμη και η θεραπευτική της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι προς έναν άνθρωπο, που είναι αρρωστημένος. Και κατερραγμένος καθώς είναι να στρέψει το νου του στο Θεό. Αυτή είναι η θεραπεία. Η στροφή προς το Θεό είναι η θεραπεία. Οι άγγελοι λοιπόν, αυτό το έχουν απόλυτα. Αυτή τη στροφή προς το Θεό. Ειδικά, μετά την ημέρα που έπεσαν οι δαίμονες και δεν έπεσαν οι άγγελοι. Η ημέρα που γιορτάζουμε στις 8 Νοεμβρίου είναι η στάση των αγγέλων· και λέμε στη Θεία Λειτουργία «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου», όπου οι άγγελοι δεν έπεσαν όπως ο Εωσφόρος. Μετά από αυτή τη στάση, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σε ένα πολύ σπουδαίο δογματικό του κείμενο -πολύ σπουδαία δογματική, λιτή και ουσιαστική- που ονομάζεται «Έκθεσις ακριβής ορθοδόξου πίστεως»· λέει (και αυτό αποτελεί παράδοση δογματική των Πατέρων), πως οι άγγελοι μετά από αυτό το γεγονός είναι αμετάπτωτοι προς την αμαρτία. Δεν μπορούν να πέσουν ποτέ πια γιατί «έστησαν καλώς». Πράγμα το οποίο μπορεί να συνέβαινε στον άνθρωπο, αν δεν υπέκυπτε στον πειρασμό του διαβόλου. Γι’ αυτό αυτή η κορδέλα δηλώνει το μάζεμα. Επειδή το νου - το εσωτερικό μέγεθος ή το αφηρημένο μέγεθος της λέξεως «νους»· όχι απλώς «εγκέφαλος» - δεν μπορώ να το ζωγραφίσω, στην αγιογραφία προσπαθώ με εξωτερικά συμβολικά μεγέθη να εκφράσω αυτά τα οποία δεν φαίνονται. Εμείς για παράδειγμα, αγιογραφούμε την προσευχή. Ενώ αν πεις σε ένα ζωγράφο «ζωγράφισε την προσευχή», άλλος θα το κάνει τελείως νατουραλιστικά· ένας άνθρωπος που προσεύχεται στο δάσος. Άλλος θα το κάνει αφηρημένα· με μια πινελιά κόκκινη πάνω σε έναν άσπρο καμβά. Δεν γνωρίζω πώς θα το κάνει. Εμείς λοιπόν ούτε νατουραλιστικά, ούτε αφηρημένα κινούμεθα. Αλλά εκφράζουμε μεγάλες έννοιες με συμβολισμούς. Και επειδή οι άγγελοι συγκεντρώνουν το νου τους στο Θεό, βάζουμε πάνω στην πλουσία κόμη τους, που είναι τα πλούσια χαρίσματα που έχουν, αυτήν την κορδέλα. Κι αυτό το στοιχείο είναι δογματικό. Δεν υπάρχει άγγελος χωρίς κορδέλα. Θα το δούμε και σε άλλες εικόνες αυτό. Επίσης, έχουμε τους τρεις μάγους. Τη λέξη «μάγος» (μαγεία) μη την συνδέσετε με τα γεγονότα της δαιμονιώδους πράξεως της μαγείας· της επικλήσεως, δηλαδή, δαιμόνων για το καλό ή το κακό, δηλαδή την εσφαλμένη, κατά κόσμον, διάκριση μαύρης και λευκής μαγείας. Μάγοι σημαίνει σοφοί άνθρωποι. Οι σοφοί έτσι αποκαλούνταν τότε. Επιστήμονες ήταν και φέρνουν -από ό,τι ξέρετε- τρία δώρα... χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Αυτά τα δώρα είναι δογματικά στοιχεία. Χρυσάφι φέρνουν στο Χριστό γιατί είναι βασιλιάς. Στο βασιλιά πηγαίνανε χρυσάφι. Λιβάνι γιατί είναι Θεός. Και σμύρνα· αυτό το άρωμα είναι σμύρνα, το υλικό με το οποίο ήλειφαν τους νεκρούς· κατά την παράδοση την εβραϊκή μεν, αλλά και σύμφωνα με άλλες εξωτερικές του εβραϊκού κόσμου παραδόσεις, υπάρχει η μύρωση. Η άλειψη, η χρίση των νεκρών για λόγους καθάρσεως, όπως κάνουμε κι εμείς. Πλένουμε τους νεκρούς μας πριν τους θάψουμε. Τον Χριστό τον ήλειψαν με σμύρνα και αλόη. Άρα είναι Θεός, είναι Βασιλιάς και είναι Αυτός ο οποίος θα πεθάνει για εμάς. Και είναι η σμύρνα, ο χρυσός και το λιβάνι -βλέπετε- συγκεκριμένα δογματικά στοιχεία.
gen2Επίσης, έχουμε τον Ιωσήφ τον Μνήστορα. Ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ ο οποίος πέρασε τον πειρασμό και σκέφτεται να δεχθεί την Παναγία ή όχι. Ο Ιωσήφ είναι στο κάτω άκρο της εικόνας αγιογραφημένος. Προσέξτε, όσοι είναι στο κέντρο μιας πράξεως λειτουργικής είναι στο κέντρο της εικόνας. Όσοι υπηρετούν αυτό το μυστήριο είναι στο άκρο της εικόνας. Και το κεντρικό πρόσωπο είναι πάντοτε ο Χριστός, σε μια τέτοια πολυποίκιλη εικόνα· όχι σε μία μονοπρόσωπη εικόνα του αγίου όπου ο άγιος είναι κεντρικό πρόσωπο. Ο Ιωσήφ, όπως και η Παναγία, είναι λειτουργοί του μυστηρίου. Είναι λειτουργοί του μυστηρίου ή υπουργοί [σημ. «υπουργός» στα αρχαία είναι ο βοηθός, ο υπηρέτης] του μυστηρίου. Εδώ και η Παναγία βλέπετε δεν είναι ακριβώς στο κέντρο. Λίγο πιο πλάι και πιο κάτω είναι ο Ιωσήφ. Είναι υπουργοί του μυστηρίου. Υπουργούν το μυστήριο. Συνήθως οι υπουργοί του μυστηρίου γιορτάζουν τη δεύτερη ημέρα της κυριωνύμου εορτής. Η Παναγία εορτάζεται στις 26 Δεκεμβρίου. Μία μέρα μετά τα Χριστούγεννα γιορτάζουμε -προσέξτε- τη σύναξη της Παναγίας. Είναι η γιορτή της Παναγίας και για να μη συμπέσει ταυτόχρονα και για να μη χαθεί η γιορτή του Ιωσήφ του Μνήστορος, μετατίθεται την αμέσως επόμενη Κυριακή που γιορτάζουμε τον Ιωσήφ τον Μνήστορα, μαζί με άλλους δύο προφήτες. Με αυτόν τον τρόπο γιορτάζουμε τους υπουργούς του μυστηρίου. Βλέπετε, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος απετμήθη στις 29 Αυγούστου, που είναι το μαρτύριό του, αλλά τον γιορτάζουμε κατ’ εξοχήν τη δεύτερη ημέρα των Θεοφανείων, στις 7 Ιανουαρίου, επειδή υπούργησε, λειτούργησε δηλαδή το Μυστήριο της Βαπτίσεως. Είναι θεολογικές έννοιες πάρα πολύ ουσιαστικές και είναι ο άγιος υπουργός. Υπουργός σημαίνει είναι «υπό το έργον».
Να δίνετε σημασία στη διεισδυτική έκφραση των λεκτικών σχημάτων της Ελληνικής γλώσσης. Είναι υπουργός του μυστηρίου. Υπουργεί το μυστήριο πάντοτε και διακονεί το μυστήριο. Αλλά δεν είναι πολλοί έκδηλοι υπουργοί του μυστηρίου. Είναι ο Ιωσήφ Μνήστωρ και -προσέξτε- στην Ορθόδοξη αγιογραφία ποτέ δεν αγιογραφούμε τη λεγομένη κατά τα μέτρα της Δύσεως «αγία οικογένεια». Εμείς δεν έχουμε κάποια αγία οικογένεια. Έχουμε την Παναγία που είναι πάντοτε αειπάρθενος. Διατήρησε πάντα την παρθενία της και ο Ιωσήφ υπουργεί το μυστήριο. Δεν αγιογραφούμε ποτέ «αγία οικογένεια», Χριστό, Παναγία και Ιωσήφ. Παρά μόνο σε μία περίπτωση. Είναι η φυγή στην Αίγυπτο. Όπου είναι πάνω σε ένα γαϊδουράκι η Παναγία με το Χριστό και πάλι υπουργεί ο Ιωσήφ, κρατώντας το γαϊδουράκι κι ακολουθώντας για να βοηθήσει το δρόμο τους. Δεν είναι η αγία οικογένεια. Είναι η απεικόνιση της φυγής στην Αίγυπτο με θεολογικές προδιαγραφές, όπως έχει κάθε εικόνα.
Έχουμε ακόμη το λουτρό του θείου Βρέφους, μια παράσταση πολύ παρεξηγημένη. Η παράσταση αυτή μάλιστα, μετά από τον 17ο αιώνα όταν εισχώρησαν δογματικές, ρωμαιοκαθολικές θεολογικές αντιλήψεις στο χώρο της Ορθοδοξίας - που ξεκίνησαν από τη Ρωσία και πέρασαν ακόμα και στο Άγιον Όρος - η παράσταση αυτή ήταν σοβαντισμένη σχεδόν σε όλα τα καθολικά του Αγίου Όρους. Την παράσταση του λουτρού την είχαν καλύψει γιατί θεώρησαν απαράδεκτο να παρουσιαστεί το λουτρό του Θείου Βρέφους. Αυτό ήταν δογματικό λάθος. Τώρα έχουν καθαριστεί οι εικόνες από τον σοβά. Βλέπετε και στο Άγιον Όρος κανείς δεν είναι εκφραστής μοναδικός της Ορθοδοξίας. Η Ορθοδοξία έχει τις αλήθειές της που είναι γενικότητα της αλήθειας και όχι τι λέει μόνο ένας τόπος. Κανένας τόπος δεν είναι βατικάνειος στην Ορθοδοξία. Θεωρούσαν απαράδεκτο να είναι ο Χριστός γυμνός και να λούζεται. Μα γιατί το βάζει εδώ ο αγιογράφος; Το βάζει εδώ ακριβώς ο αγιογράφος για να δηλώσει τι γινόταν σε όλα τα μωρά. Όταν γεννιόντουσαν, τα έλουζαν. Την ογδόη ημέρα - θυμάστε - γινόταν η απόλουση. Η πλήρης απόλουση. Ο Χριστός ήταν τέλειος άνθρωπος και θα περάσει από όλα τα ανθρώπινα. Παρ’ εκτός από την αμαρτία. Αν ο Χριστός δεν ελούζετο επειδή είναι Θεός και δε χρειάζεται να λουσθεί, δεν θα ήταν τέλειος άνθρωπος. Οπότε πέφτουμε σε δογματικό λάθος αφού τότε [αυτό θα σήμαινε ότι] ο Χριστός δε μας σώζει. Γιατί ως τέλειος άνθρωπος ο Χριστός, σώζει τον άνθρωπο και τον τελειώνει (σημ.: τον κάνει τέλειο). Αν ήταν κάτι παραπάνω από εμάς στην ανθρώπινή του φύση, δε θα χρειαζόταν να κοιμηθεί, δε θα χρειαζόταν να φάει -όλα αυτά μπορεί να τα κάνει ο Χριστός, είναι δεδομένα- αλλά τότε δεν θα ήταν τέλειος άνθρωπος. Θα ήταν ένας υπεράνθρωπος που δεν θα έσωζε τον άνθρωπο. Είναι η φράση του Γρηγορίου του Θεολόγου «το απρόσληπτον και αθεράπευτον». Ό,τι δεν προσλαμβάνεται δεν θεραπεύεται. Και ο Χριστός προσέλαβε τα πάντα τα δικά μας. Και τα προσέλαβε ο Χριστός όλα. Προσέξτε, τα αδιάβλητα πάθη μας. Ο Χριστός είχε πάθη, αλλά αδιάβλητα πάθη. Τι είναι αδιάβλητα πάθη; Η πείνα είναι πάθος αλλά δεν είναι αμαρτωλό. Η δίψα, ο ύπνος είναι αδιάβλητα πάθη. Τα διαβλητά τα πάθη είναι ακριβώς η εκμαύλιση αυτών των αδιαβλήτων παθών. Η γαστριμαργία σε σχέση με την πείνα. Αυτά τα λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
Και φυσικά έχουμε τους ποιμένες που βρίσκονται εδώ με έναν πολυποίκιλο τρόπο. Η ανθρώπινη παρουσία, η ανθρώπινη δοξολογική παρουσία την ώρα που έρχεται ο Χριστός. Και από τον ουρανό κατεβαίνει το Θείο Φως, το άκτιστο Φως, το οποίο καταυγάζει το μυστήριο αυτό της Γεννήσεως. Σας είπα την προηγούμενη φορά πως αγιογραφούμε ό,τι φανερώθηκε, ό,τι είδαμε -ό,τι είδαμε εμείς. Προσέξτε, εμείς. Βλέπετε το Χριστό τον είδαμε. Αλλά λέμε εμείς τον είδαμε. Μην πείτε εκείνοι. Τον Χριστό τον βλέπουμε όλοι μας εφόσον ζούμε στην Εκκλησία. Και η Εκκλησία είναι σώμα. Αυτό που είδε ένας, το βλέπουν και οι άλλοι. Η εμπειρία του σώματος
είναι μοναδική. Δηλαδή αν εγώ θέλω να πάρω την αίσθηση του κρύου ή του ζεστού ενός μεταλλικού σκεύους κι ακουμπήσω μόνο τα κύτταρα της αφής μου πάνω του, δια της αφής αυτών των κυττάρων και μόνο, αποκτά όλο μου το σώμα την εμπειρία του θερμού. Δεν χρειάζεται όλο μου το σώμα να περιτυλιχτεί - τα εκατομμύρια κύτταρα που έχω πάνω στο σώμα μου - σε αυτό το σκεύος για να αποκτήσουν όλα την εγωιστική εμπειρία αυτού που κι εγώ κατάλαβα ότι είναι θερμό. Αυτή είναι η εγωιστική μας εμπειρία που λέμε: «μα εγώ δεν είδα το Χριστό». Εφόσον ζούμε στην Εκκλησία, είναι η δική μας εμπειρία. Εμείς λοιπόν αγιογραφούμε ό,τι είδαμε. Τον Χριστό τον είδαμε· Τον αγιογραφούμε. Το άγιο το Πνεύμα το είδαμε, «ωσεί περιστερά»· το αγιογραφούμε. Τον Πατέρα ποτέ δεν Τον είδαμε. Ποτέ δεν Τον αγιογραφούμε. Το τονίζω αυτό το πράγμα. Είμαστε πρακτικοί, ρεαλιστές και βαθιά θεολογικοί ταυτόχρονα. Και ό,τι δεν είδαμε δεν το αγιογραφούμε. Είδαμε Χερουβίμ· τα αγιογραφούμε. Είδαμε Σεραφίμ· τα αγιογραφούμε. Είδαμε αγγέλους, αρχαγγέλους, τους αγιογραφούμε. Δεν είδαμε τι είναι οι θρόνοι, οι κυριότητες, οι αρχές, οι εξουσίες, οι δυνάμεις, άλλες ουράνιες δυνάμεις στον ουρανό. Δεν τις αγιογραφούμε.
Ερώτηση: Συγγνώμη υπάρχει μια εικόνα που δείχνει το Θεό να αγιογραφείται ...
Απάντηση: Εμείς δε δεχόμαστε ποτέ να αγιογραφήσουμε τον Θεό Πατέρα.
Ερώτηση: Τότε γιατί...
Απάντηση: Το κάνουν γιατί δεν ξέρουν θεολογία της εικόνας. Εμείς ποτέ δεν κάνουμε Αγία Τριάδα -Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα. Ένα γέροντα με μαλλιά. Είναι λάθος. Αφού δεν φανερώθηκε ο Πατέρας. «Ου μη είδητε το πρόσωπό μου και ζήσετε», είπε ο Πατέρας. Δεν βλέπει κανείς τον Πατέρα. Και ο Χριστός εμφανίστηκε κατά τα μέτρα της ανθρώπινης κατανοήσεως. Και το Άγιο το Πνεύμα «ωσεί περιστερά». Άλλο ο Χριστός που ήταν άνθρωπος και σαρκώθηκε. Και άλλο το άγιο το Πνεύμα που δε σαρκώθηκε στο περιστέρι. Ήταν «ωσεί» - που σημαίνει «σαν». Είναι πολύ μεγάλες διαφορές. Αυτή ήταν η δογματική προσέγγιση αυτής της εικόνας. Εδώ κινούμαστε δογματικά. Και κανείς δεν αλλοιώνει δια δικών του ιδιοτύπων αντιλήψεων τη θεολογία της Εικόνας.

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια των μαθημάτων Αγιογραφίας των Αγίων Εικόνων της Ορθοδοξίας μας, που έγινε την Παρασκευή, 11-11-2005.
Αναδημοσίευση από: http://www.floga.gr/50/04/2005-6/02_2005111104.asp
Πηγή: http://www.oodegr.com/oode/orthod/ag_eikones/gennisi_1.htm

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

†. ΤΑ ΑΓΙΑ ΛΕΙΨΑΝΑ (π. Ιάκωβος Τσαλίκης)Νομίζουν οἱ χριστιανοί ὅτι ἐγώ κοιμᾶμαι στή λάρνακα. Ἐγώ τούς πάντας βλέπω καί εἶναι μέσα τό σῶμα μου, ἀλλά ἐγώ πολλές φορές ἐξέρχομαι...




Ο π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος παίρνει "συνέντευξη" από τον (Άγιο) Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη... 

Άκουσε το ΑΠΙΘΑΝΟ ηχητικό ντοκουμέντο!

Μια μοναδική συνέντευξη του
Αγίου Γέροντα Ιακώβου Τσαλίκη 

(το σκίτσο της "αμφοτεροδέξιας" Μαρίας Τσιράκογλου...)

(& το ηχητικό ντοκουμέντο!!!)



Ποιός εἶναι ὁ σκοπός ὕπαρξης τῶν Ἁγίων Λειψάνων στήν Ὀρθοδοξία μας καί πῶς μποροῦμε νά σταθοῦμε καί νά ἀξιοποιήσουμε τήν ἰαματική τους Χάρη καί εὐλογία.  
Συνέντευξη μέ τόν μακαριστό γέροντα π.Ἰάκωβο Τσαλίκη, προηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Δαυίδ Εὐβοίας. 
Τό ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα εἶναι ἀπό τήν ἐκπομπή Ράδιο-Παράγκα τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τήν ἐκπομπή παρουσίαζε ὁ πρωτοπρεσβύτερος π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος.

π. Ἰάκωβος: Μιά μέρα θ᾽ ἀναστηθοῦν π. Κωνσταντῖνε μου, κατά τή βουλή καί τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ πού μᾶς εἶπε καί ὁ Χριστός μας «καί πάντες ἀναστήσονται». Καί ὅτι ὀστέα γυμνά ἐκβλύζουν ἰάματα, ἀλλά μέσα σ᾽ αὐτά τά λείψανα, τά ἱερά, κατοικοῦσε ἤ κατοικεῖ ψυχή ἀθάνατος κι ὅσο καί νά φθαροῦν μέσα στό χῶμα καί μέσα στή γῆ κάποτε μιά μέρα θά λάβουν ζωή αὐτά τά λείψανα καί τά ὀστά αὐτά, πάτερ Κωνσταντῖνε, καί θά ἀναστηθοῦν καί θά παρουσιαστοῦν πάλι στόν Δεσπότη Χριστό ὅπως, μέ συγχωρεῖτε, ἤμασταν καί πρῶτα ἀλλά καί μέ τό σῶμα, κι ὅτι θά λάβουν ζωή τά λείψανα αὐτά.
π.Κ.Σ.: Πάτερ Ἰάκωβε, ἔχετε ἐκεῖ τά λείψανα τοῦ ὁσίου Δαυίδ. Μήπως μπορεῖτε νά μᾶς πεῖτε μερικά πράγματα γιά τήν ἐνέργεια πού κάνουν τά λείψανα αὐτά. 

π. Ἰάκωβος: Πατέρα Κωνσταντῖνε, τά ἅγια λείψανα τοῦ ὁσίου Δαυίδ τά βλέπετε γυμνά ὀστέα. Ἀναβλύζουν ἰάματα καί δίδουν θεραπεία καί θεραπεύουν κάθε κακή ἀρρώστια, ὅπως τόσα καί τόσα πράγματα πού βλέπουμε στίς μέρες μας, αὐτά πού σᾶς ἔλεγα προηγουμένως στόν ὅσιο καί στόν ἅγιο Δαυίδ ἀλλά καί στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο.
Πάτερ Κωνσταντῖνε μου, ἐδῶ ὁ ἅγιος Δαυίδ, τά λείψανά του, ἔχουν θαυματουργική δύναμη, διότι μέσα σ᾽ αὐτά κατοικοῦσε ἡ ἀθάνατος ψυχή καί κατοικοῦσε πάτερ μου, κατοικεῖ, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Λοιπόν, κάνουν πολλά θαύματα ὅταν σταυρώσουμε ἕναν ἄνθρωπο μέ τήν ἁγία του κάρα. Θεραπεύει ἀπό καρδιά, πού ἔρχονται στό μοναστήρι πολλοί ἄνθρωποι πονεμένοι, ἀπό καρκίνο, ἀπό διάφορες κακές ἀρρώστιες καί δύσκολες καί θεραπεύει πάτερ μου κάθε κακή ἀσθένεια. Καί βλέπουμε ὅτι μέσα σ᾽ αὐτά τά ὀστά, τά ἅγια λείψανα, κατοικεῖ πάτερ μου, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, πάτερα Κωνσταντῖνε. Καί εἶναι πολύ θαυματουργός ὁ Ἅγιος καί κάνουν πάντα τά θαύματά τους οἱ Ἅγιοι ὅταν κι ἐμεῖς ἔχουμε πίστιν Θεοῦ. Πῶς λέγει ὁ Χριστός μας «ἔχετε πίστιν Θεοῦ, αἰτεῖτε καί δοθήσεται». Εἶναι, πάτερ μου, ζωντανή ἡ χάρις τῶν Ἁγίων καί τά ἱερά λείψανα ἔχουν θαυματουργική δύναμη καί δίνουν, πάτερ μου, ἰάσεις καί δίνουν, πάτερ μου, ἁγιασμό καί στό σῶμα καί στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. 

π.Κ.Σ.: Πάτερ Ἰάκωβε εὐχαριστῶ πάρα πολύ γι᾽ αὐτά πού μᾶς εἴπατε γιά τά ἅγια λείψανα καί δέν ξέρω ἄν εἴχατε κάτι ἄλλο νά μοῦ πεῖτε γιά τούς ἀκροατές μας. Πῶς μποροῦν νά αἰσθανθοῦν μπροστά στά λείψανα καί πῶς μποροῦν νά ἀξιοποιήσουν τήν ἰαματική τους χάρη καί τήν εὐλογία. 

π. Ἰάκωβος: Πατέρα Κωνσταντῖνε, τά ἅγια λείψανα ἔχουν χάρη ἀπό τόν Θεό. Ἄς ποῦμε, βλέπετε ἦταν κι αὐτοί ἄνθρωποι στή γῆ ἀλλά... καθώς καί τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσου, ὅπως ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος πρό ὀλίγων ἡμερῶν εἶχε πεῖ ὅτι «νομίζουν πώς κοιμᾶμαι μέσα στή λάρνακα, πεθαμένος καί κοιμᾶμαι ἤ εἶμαι νεκρός. Ἐγώ ὅμως εἶμαι ζωντανός», μέ συγχωρεῖτε, «κι ὅτι αὐτοί νομίζουν πώς βλέπουν καί κοιμᾶμαι καί δέν ὑπολογίζουν οἱ Χριστιανοί. Ἀλλά ἄκουσε πάτερ μου νά σοῦ πῶ», λέει, «πολλή ἁμαρτία στόν κόσμο, πολλή ἀσέβεια καί πολλή ἀπιστία». Γι᾽ αὐτό εἶχε πεῖ, πατέρα Κωνσταντῖνε μου, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος, δέν τά λέω ἐγώ γιατί εἶμαι... μέ συγχωρεῖτε βλέπω φαντασίες, ἀλλά πάτερ μου, εἶπε ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος, ὅτι πρέπει νά γίνει πόλεμος, διότι πάτερ μου, πολλή ἁμαρτία στόν κόσμο.
Σχετική εικόνα

Βλέπετε, πατέρα Κωνσταντῖνε μου ὅτι εἶχε κηρυχθεῖ ὁ πόλεμος, οἱ πλημμύρες, οἱ καταστροφές, τόσα καί τόσα κακά πού ἔγιναν ἐδῶ στήν Εὔβοια. Ἀλλά ἡ χάρις του εἶναι πολύ μεγάλη. «Νομίζουν οἱ χριστιανοί ὅτι ἐγώ κοιμᾶμαι στή λάρνακα. Ἐγώ τούς πάντας βλέπω καί εἶναι μέσα τό σῶμα μου, ἀλλά ἐγώ πολλές φορές ἐξέρχομαι». Ἦταν, πατέρα Κωνσταντῖνε μου, ἔξω ἀπό τή λάρνακά του ὁ ἅγιος καί λέει αὐτοί δέν μέ βλέπουν, ἐγώ τούς βλέπω καί τούς ἀκούω τί λένε. Καί πάλι, πατέρα Κωνσταντῖνε μου, εἰσῆλθε μέσα στή λάρνακά του καί ξάπλωσε σάν ἕνας ἄνθρωπος. Διότι ἔχουν, πάτερ μου, ζωήν αἰώνιον αὐτά τά λείψανα τῶν ἁγίων μας. Καί σ᾽ αὐτά τά κόκκαλα μέσα τά πεθαμένα, πού λέμε ἐμεῖς πεθαμένα, πατέρα Κωνσταντῖνε, ὑπάρχει ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, καί τό Πνεῦμα, πάτερ μου, καί ἡ ψυχή ἡ ἀθάνατος. 

π.Κ.Σ.: Πάτερ Ἰάκωβε Χριστός ἀνέστη κι εὐχαριστοῦμε πάρα πολύ γιά ὅλα.


π. Ἰάκωβος: Πατέρα Κωνσταντῖνε μου νά μᾶς ἔρθεις νά σέ δοῦμε.


π.Κ.Σ.: Νά εὔχεστε νά ἔρθουμε σύντομα.


π. Ἰάκωβος: Εὐχαριστοῦμε πολύ πατέρα Κωνσταντῖνε, πάντως, πατέρα Κωνσταντῖνε μου, τά ἱερά λείψανα ἔχουν τήν ἰαματική χάρη, ὅτι ὀστέα γυμνά ἐκβλύζουν ἰάματα καί θεραπεύουν κάθε κακή ἀρρώστια καί κάθε πονεμένο ἄνθρωπο. Διότι βλέπουμε, πατέρα Κωνσταντῖνε μου, πρό ὀλίγου, ...τώρα μπορεῖ νά σέ κουράζω...

π.Κ.Σ.: Ὄχι, θέλω ν᾽ ἀκούσω πολλά ἀπό σᾶς... 
π. Ἰάκωβος: Πρό ὀλίγου ἦταν ἕνας νέος ἀπό τήν πατρίδα τοῦ ἁγίου, τή Λοκρίδα, κι αὐτός ὁ νέος περίμενε τέσσερις ἡμέρες στή μονή καί μοῦ λέγει, πάτερ, μοῦ λέγει, πόσο καλό κάνει ἡ Ἐκκλησία. Ἐγώ πήγαινα, λέει, εἰκοσιπέντε χρόνια στήν Ἐκκλησία ἔμενα λιγάκι κι ἔφευγα. Ἐδῶ, πάτερ μου, κάθησα τρεῖς ἡμέρες στό μοναστήρι σας καί, πάτερ μου, καθόμαστε σ᾽ ὅλη τή Λειτουργία, ἀλλά τί ὡραῖα γράμματα πάτερ μου, λέει. Θά κατοικήσει, λέει, μέσα στό σῶμα μου, ὁ Θεός καί ὁ ἅγιος Δαυίδ. Καί εἴδαμε τή μεταμέλεια τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, τοῦ νεαροῦ, πατέρα Κωνσταντῖνε μου, εἴδαμε τή μετάνοιά του, κι ἀμέσως βλέπετε, ἔπεσε ὁ σπόρος εἰς ἀγαθήν γῆν καί ὁ καλός ὁ λόγος. Καί χαιρόμεθα πατέρα Κωνσταντῖνε μου, διότι ἔρχονται πονεμένες ψυχές καί ἄνθρωποι μέ ἁμαρτίες καί μέ σφάλματα καί γίνονται ἀπό παλαιοί ἄνθρωποι νέοι ἄνθρωποι.
Καί εὐχαριστῶ πάρα πολύ τήν ἀγάπη σας, πού μ᾽ ἀκούσατε πατέρα Κωνσταντῖνε μου... 

π.Κ.Σ.: Βεβαίως, βεβαίως, μάλιστα...

π. Ἰάκωβος: Εὐχαριστοῦμε πολύ καί μέ τό καλό, εὔχομαι καλή δύναμη. Μέ τό καλό νά μᾶς ἔλθετε στήν ἁγία Μονή, μέ τό καλό πάντοτε νά ἐξυπηρετεῖτε τό ποίμνιό σας ἐκεῖ καί νά διδάσκετε τόν λόγον τῆς ἀληθείας...

https://amfoterodexios.blogspot.gr/

"...Με εγκεφαλικό, παραλυσία ...και ό,τι άλλο, αποφάσισε να κάνει ξανά ομιλία...


Φωτογραφία του φανούρης μοσκιού.
Με εγκεφαλικό, παραλυσία...και ό,τι άλλο , αποφάσισε να κάνει ξανά ομιλία...
Καθισμένος στο αναπηρικό καροτσάκι,
μας λέει:
"Αγαπώ το Θεό, γιατί με αγαπά, όχι ανταλλακτικά ..."
Για όσους δεν καταλάβαμε ...το λεχθέν ήταν στην κατάσταση της αναπηρίας εκ του εγκεφαλικού , με μια ένταση φωνής που ίσα διακρίναμε το τι έλεγε κι ας ήταν με μικρόφωνο...
Αυτό ήταν κήρυγμα και πράξη ταυτοχρόνως...
Αυτός ήταν ο ληστής εκ δεξιών...
Την ευχή του να έχουμε
φανούρης μοσκιού

Σχόλιο Ορθόδοξος Έλληνας :
Ένας ξεχωριστός κληρικός που όντας σιωπών....... συνεχίζει να διδάσκει στην ψυχή των πιστών!

Ο Σταυρός ως αξεπέραστο επίπεδο και μοντέλο Παιδείας (π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος)


theologia
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, που πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Βούλας, την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, 11/03/2007

Σεβασμιώτατε Επίσκοπε – υπόμνηση και τύπος του εν τω μέσω ημών Σταυρωμένου και Αναστημένου Χριστού. Σεβαστοί πατέρες – και ταυτόχρονη υπενθύμιση της καθημερινής θυσίας του Χριστού. Λαέ του Θεού ορθόδοξε – φορέα του σταυροαναστάσιμου ήθους της πονεμένης και μαρτυρικής ορθοδοξίας.
Εδώ και μερικές μέρες στο κέντρο της Αθήνας γίνεται μια πάλη για την παιδεία. Η μια μεριά χρησιμοποιεί δακρυγόνα, για να επιβληθεί ένα μοντέλο παιδείας. Η άλλη μεριά έκαψε την ελληνική σημαία. Μήπως, υπενθύμιση της χαμένης και ξεχασμένης προτάσεως περί παιδείας; Κάποιοι άλλοι έκαψαν ένα φρούριο στον «Άγνωστο Στρατιώτη». Μήπως και πάλι υπενθύμιση της χαμένης και ανύπαρκτης ιστορίας των αγνώστων, μαρτυρικών στρατιωτών αυτού του τόπου; Η Παιδεία.
Μερικές μέρες μετά, μετά απ’ τα καπνογόνα, η Ορθόδοξη Εκκλησία θυμάται το Σταυρό και γιορτάζει σήμερα αυτή τη μνήμη Του και την προτείνει ως αξεπέραστο επίπεδο και μοντέλο Παιδείας. Μην το ξεχάσουμε -εμείς τουλάχιστον- γιατί θα μπούμε πάλι στην αντιπαλότητα – ποιο είναι το υπόδειγμα της Παιδείας. Καθημερινές προτάσεις παιδείας, εδώ κι αιώνες καταθέτει η Ορθοδοξία μας μπροστά στα μάτια μας. Ή τις δεχόμαστε ή καίμε μετά τη σημαία μας ή πετάμε δακρυγόνα.
Ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος μια μέρα κατηγορήθηκε με μια πολύ βαριά κατηγορία. Μια κοπέλα που βρέθηκε έγκυος, για να δικαιολογηθεί, κατήγγειλε τον αναχωρητή ότι τη βίασε. Ρίχθηκαν τότε πάνω του και τον διαπόμπευσαν, κρεμώντας πάνω του μαγειρικά σκεύη και χτυπώντας και βρίζοντάς τον. Ο Άγιος δεν είπε λέξη για να απολογηθεί και μάλιστα δέχθηκε να εργάζεται πολύ για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της γυναίκας και του παιδιού του -όπως έλεγε- που του’ χε στείλει η θεία Πρόνοια. Όταν μετά από καιρό αναγνωρίστηκε η αθωότητά του, όλο το χωριό, έμπλεο θαυμασμού, πήγε να ζητήσει συγνώμη. Εκείνος όμως είχε φύγει. Έπρεπε να φύγει, γιατί αυτό το μοντέλο της παιδείας δεν ζητάει ούτε την καταξίωση, ούτε την κενοδοξία. Ήταν μια πρόταση παιδείας σταυρού της αδίκου κατηγορίας.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όταν βρέθηκε μπροστά σε μια ψευτοσύνοδο εκπροσώπων των ποικιλώνυμων Εκκλησιών της εποχής του, που είχαν καταντήσει σε αίρεση, άκουσε το ερώτημα: «Μάξιμε, σε ποια Εκκλησία ανήκεις; Του Βυζαντίου, της Ρώμης, της Αλεξανδρείας; Ορίστε, εμείς είμαστε ενωμένοι». Εννοείται στην αίρεσή τους. Κι αυτός τους είπε: «Ανήκω στην Εκκλησία όπου υπάρχει η ορθή και σωστή πίστη». Είναι το μαρτύριο της ορθής ομολογίας. Μετά από λίγο -δεν τον κατάλαβαν- καταδικάστηκε. Του ’κοψαν το χέρι και τη γλώσσα.
Υπάρχει το μαρτύριο και η παιδεία της αμεριμνησίας. Ο Άγιος Φιλάρετος τα ’χασε όλα · δεν είχε τίποτε. Το τελευταίο ζώο που του ’χε μείνει το ’δωσε σ’ έναν φτωχό που το χρειαζόταν. Και στο τέλος του ’μεινε ένα μελίσσι κι αφού το μοίρασε όλο σε φτωχούς, έδωσε το ρούχο του το τελευταίο σ’ έναν ζητιάνο που το ’χε ανάγκη. Αυτός σήκωσε την παιδεία της αμεριμνησίας.
Ο Άγιος Κύριλλος ο Φιλεώτης, όταν κατάλαβε ότι το μυστήριο της Ορθόδοξης Παιδείας κρύβεται στην ταπείνωση και στη διακονία, πήγε μόνος του, οικειοθελώς, για τρία χρόνια και εργάστηκε ως ναύτης σ’ ένα καράβι, αποφασισμένος να υπακούει σε όλους, όπως στον ίδιο τον Κύριο · δεχόμενος με χαρά χλευασμούς, λοιδορίες, ταπεινώσεις και αδικίες κάθε λογής. Ήταν άλλο μαρτύριο και μια άλλη παιδεία.