Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

Επιστολή-κατάθεση ψυχής για τον ΠΑΤΕΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ



ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ - ΓΛΥΦΑΔΟΣ
Πάντοτε είχα μια δυσκολία να εκφρασθώ γραπτώς,. Αυτή γίνετε μεγαλύτερη τώρα που απευθύνομαι για πρώτη φορά σε μια Σεβάσμια ασκητική μορφή. Είναι μια πρωτόγνωρη πράξη γεμάτη αμηχανία και πλημμυρισμένη από αμέτρητο σεβασμό . Τι να γράψω εγώ σ΄ένα Πρωταθλητή του πνεύματος και της προσευχής. Στόχος και όραμά μου κάθε ΕΒΔΟΜΑΔΑ  είναι, να τρέξω  ΚΟΝΤΑ ΤΟΥ  Στο Άγιο Όρος ΤΗΣ ΓΛΥΦΑΔΑΣ . Η αναζήτηση και η συζήτηση με έναν πρωτοπόρο της αρετής Π ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αν το κατορθώσεις να σου διαθέσει λίγο από τον χρόνο του θεωρείς τον εαυτό σου πολύ τυχερό και ευλογημένο.
Αν ποτέ ο Θεός αποφάσιζε να κατέβει στην γη μόνο εδώ θα μπορούσε να έλθει. Η ελπίδα μου μεγαλώνει. Εδώ που λείπει η άνεση ,η εγκοσμίκευση, εδώ περπατά το πνεύμα, εδώ περπατα Θεόμορφος  άνθρωπος που έχει  υποτάξει την ψυχή του και έχουν νεκρώσει το σώμα του.
Στο ΝΑΟ  ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ  η παρακολούθηση μιας ολονύκτιας λειτουργίας αποτελεί ξεχωριστεί εμπειρία. Το φως του κεριού που κτυπά πάνω στο οστεωμένο πρόσωπο του Μοναχού ΕΝ ΚΟΣΜΩ  Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ φαντάζει σαν πίνακας ενός μεγάλου ζωγράφου. Έκδηλη και άμεση γίνεται η επιθυμία σου να γίνει ο πνευματικός σου. Έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη σου . Έχει κερδίσει την ψυχή σου.
Η συνάντηση μαζί ΤΟΥ  πριν 20 χρονια ηταν  μια υπέροχη εμπειρία, ηταν  μια υπέρβαση. Μια ανεξήγητη ευωδιά με περιλούζε... και ένα ανέλπιστο θαύμα έχει συντελεστεί μέσα μου . Η ψυχή μου γεμίζει παρηγοριά και ελπίδα. Και πόσο χαμηλά το..... αφήνε... να δείχνει από ταπεινότητα, μια από τις μεγαλύτερες αρετές που ειχε  ο  Π ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ.  Η άοκνος και συνεχής προσευχή ΤΟΥ  ο καθημερινός βιασμός του σώματος ΤΟΥ , ο χωρίς τελειωμό αγώνας ΤΟΥ.  ΔΙΕΚΟΠΤΕ  ΕΜΕΝΑ  ΑΠΟ ΠΟΛΛΑ & ΠΟΤΕ ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΗΟΥΣΕ ...ΠΑΙΔΑΚΙ ΜΟΥ ΠΑΠΠΑΣ ΕΙΜΑΙ ΚΑΝΕ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΣΟΥ & ΤΑΠΕΙΝΩΣΟΥ ....ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΕΥΧΗ & ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ
Θα ήθελα να ΤΟΝ  ευχαριστήσω  & ΝΑ ΤΟΥ ΠΩ ΕΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

ΑΡΕΤΗ

Οἱ ἀρρώστιες τῆς ψυχῆς λέγονται «πάθη»





 ΕΓΚΑΡΔΙΕΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΕΣ ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ



Οἱ ἀρρώστιες τῆς ψυχῆς λέγονται «πάθη», λέγονται «ἁμαρτήματα». Αὐτά τά πάθη μας φταῖνε καί δέν πηγαίνουμε καλά καί ζοῦμε ὅλο ταραγμένοι. Αὐτά τά πάθη εἶναι οἱ ψυχικές μας ἀρρώστειες. Καί ὅπως γιά τίς σωματικές μας ἀρρώστιες πηγαίνουμε στόν γιατρό, ἔτσι καί γιά τίς ψυχικές μας ἀρρώστιες πηγαίνουμε στόν γιατρό τῶν ψυχῶν, τόν ἱερέα καί ἐξομολογούμαστε σ᾽ αὐτόν. Στην οὐσία ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο, εἶναι νοσοκομεῖο. Καί ὅπως στό νοσοκομεῖο μπαίνουν οἱ ἄρρωστοι καί γίνονται ὑγιεῖς μέ τήν θεραπεία τῶν γιατρῶν, ἔτσι και σ᾽ αὐτό τό νοσοκομεῖο πού λέγεται Ἐκκλησία, οἱ πληγωμένες ἀπό τά πάθη ψυχές βρίσκουν σ᾽ αὐτήν τόν πνευματικό ἰατρό, τόν ἱερέα, ὁ ὁποῖος τούς δίνει τά κατάλληλα φάρμακα καί γίνονται ὑγιεῖς. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι ὁ ἱερέας πρέπει να ξέρει τήν ἐπιστήμη αὐτή νά θεραπεύει τήν ψυχή. Γιατί, πραγματικά, πρόκειται γιά ἐπιστήμη. Πρέπει, δηλαδή, ὁ ἱερέας νά κάνει καλή διάγνωση τῆς ψυχικῆς ἀρρώστιας καί νά δώσει τό κατάλληλο φάρμακο γιά τό κάθε νόσημα. Γιατί, ἄν δέν κάνει καλή διάγνωση καί ἄν δέν δώσει τό κατάλληλο φάρμακο, θά κάνει ζημιά στήν ψυχή καί θά τήν χειροτερέψει ἀντί νά τήν καλυτερέψει. Θά εἶναι ἕνας «κομπογιαννίτης» γιατρός!… Δέν εἶναι ὅμως ὅλοι οἱ ἱερεῖς μας θεράποντες ἰατροί.

Εἶναι μόνο ὅσοι ἔχουν ἰδιαίτερη κοινωνία μέ τόν Θεό, πού τήν πετυχαίνουν με τήν προσευχή, τήν ἄσκηση καί τήν μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί οἱ ἱερεῖς ἔχουν ἰδιαίτερα τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα τους καί γι᾽ αὐτό τούς ἐξομολόγους ἱερεῖς τούς λέμε «πνευματικούς» πατέρες. Ψάξτε, χριστιανοί μου, νά βρεῖτε ἕναν τέτοιο πνευματικό πατέρα καί, ἄν τόν βρεῖτε, βρήκατε θησαυρό. Στίς ἐπισκέψεις σας μαζί του γιά ἐξομολόγηση θά σᾶς κάνει νά νοιώθετε ὄμορφα καί ὡραῖα. Θα σᾶς κάνει νά χαρεῖτε τήν λευτεριά σας ἀπό τά ἐλεεινά τά πάθη καί νά γευθεῖτε τόν Ἰησοῦ Χριστό σάν Λυτρωτή σας καί γλυκό Θεό σας. Θά νοιώθετε ὅτι ξαναγεννηθήκατε!

4. Ὅσα καί νά πεῖ κανείς, χριστιανοί μου, δέν θά μπορέσει νά ἐκφράσει τό ὕψος τῆς ἱερωσύνης. Αὐτό ὅμως πού θέλω νά σᾶς πῶ τώρα, καί μάλιστα νά τό πῶ πολύ δυνατά, εἶναι να σέβεστε τούς ἱερεῖς. Ὅταν βλέπετε τόν ἱερέα, νά σκύβετε να τοῦ φιλᾶτε ταπεινά τό χέρι καί νά τοῦ λέτε: «Τήν εὐχή σας, πάτερ». Ἐπίσης στόν ἱερέα νά λέτε: «Εὐλογεῖτε, πάτερ». Γιατί αὐτός, σάν ἱερέας, ἔχει ἰδιαίτερα τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, καί σάν ἱερέας, πάλι, τελεῖ τήν Θεία Λειτουργία, πού ἀρχίζει μέ τό «εὐλογημένη ἡ Βασιλεία». Νά μήν κατηγορεῖτε τούς ἱερεῖς σας, χριστιανοί μου, γιατί αὐτοί σᾶς ἁγιάζουν καί σᾶς λένε τό «εἰρήνη πᾶσι» καί τό «εὐλογία Κυρίου καί ἔλεος ἔλθοι ἐφ᾽ ὑμᾶς». Μήν πικραίνετε τόν ἱερέα σας, γιατί, ἄν κάνετε τόν ἱερέα νά ἀναστενάξει, αὐτό δέν θά εἶναι καθόλου καλό, οὔτε γιά σᾶς οὔτε για τήν οἰκογένειά σας.

Ο ταπεινός Ιερέας










Ο ταπεινός Ιερέας που τον στόλιζε πάντοτε άδολη ευσέβεια και βαθειά ειλικρινής ευγένεια, που όλοι τον αγαπούσαν για την ευθύτητα του χαρακτήρα και την απλότητα των ηθών του, την 10 μηνός Σεπτεβριου του 2018, αναχώρησε για να συναντήσει τον Μέγα Πατέρα μας και να τον υπηρετεί από την Άνω Ιερουσαλήμ.
Ήταν ο Ιερέας που συμμετείχε στη χαρά σου και σε απογείωνε, που συμμετείχε και συμπαραστεκόταν στην λύπη σου με το μοναδικό του βλέμμα, τις κινήσεις του, την ηρεμία του και τις συμβουλές του, που σου απάλυνε τον πόνο σου και σε έκανε να νοιώθεις πιο κοντά στο Θεό.



ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕ




Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με



Προσπάθησε πάντα ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νά ἐπενδύῃ ὅλα σου τά ἔργα· κάθε πνοή καί κάθε νόημα. Ὦ τότε, πόσο θά εὐφραίνεται ἡ καρδία σου! Πόσο θά χαίρεσαι, διότι θά ἀνεβαίνῃ ὁ νοῦς σου εἰς τά οὐράνια. Διά τοῦτο μή ἀμελῇς νά λέγῃς·
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Ὅταν ψάλῃς, θά κατανοῇς τά ψαλλόμενα· θά ἔχῃς ὄρεξιν καί φωνήν ἱκανήν καί ταπείνωσιν, διά νά ἀποδίδῃς καθώς ἁρμόζει τά λόγια τοῦ Θεοῦ. Διά τοῦτο μή ἀδικῇς ἄλλο τήν ψυχήν σου, ἀλλά καί ψάλλων λέγε ἐνδόμυχα τήν εὐχήν·
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Ὅταν ἐργάζεσαι, ἄς μή ἀπορροφᾶται ὅλη σου ἡ δύναμις εἰς τήν ἐργασίαν, ἀλλά νά λέγῃς ψιθυριστά καί τήν εὐχήν. Τότε καί τά ἔργα σου θά εἶναι ὀρθά, χωρίς λάθη, καθαρά ἀπό λογισμούς, καί ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐργασίας σου θά εἶναι μεγαλυτέρα. Λέγε λοιπόν τήν εὐχήν, διά νά εὐλογοῦνται τά ἔργα σου·
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον σκεπάζει τήν ψυχήν πού εὔχεται. Εἰσέρχεται μέχρι τά βάθη τῆς ψυχῆς, ἐλέγχει ὅλον τόν ἐσωτερικό κόσμο τῆς ψυχῆς καί τόν κατευθύνει πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τότε μόνο ἡ ψυχή ἔχει τήν δύναμι νά εἰπῇ μαζί μέ τόν Προφήτη: «Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τόν Κύριον καί πάντα τά ἐντός μου τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ». Λέγε λοιπόν τήν εὐχή, διά νά ἔχῃς τήν σκέπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅταν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καλύπτει τήν ψυχήν σου, αἰσθάνεσαι μιά πληρότητα καί πολλή ταπείνωσι. Δέν ἐπηρεάζεσαι ἀπό τήν ἀδικία, τήν εἰρωνεία ἤ τόν ἔπαινο. Ζῇς σέ μιά πνευματική ἀτμόσφαιρα, πού δέν εἰσέρχεται εὔκολα ὁ ἰός τῆς ἁμαρτίας. Ὁ πνευματικός ἀνακρίνει τά πάντα, αὐτός δέ ὑπ᾿ οὐδενός ἀνακρίνεται. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον σοῦ δίδει ἄλλα μάτια καί ἄλλη κρίσι. Λέγε λοιπόν τήν εὐχή, διά νά ζῇς ἄνετα μέσα σέ κάθε περιβάλλον.
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Πηγή ἀείρροος γίνεται ἡ ψυχή σου καί πολλοί θά δροσίζωνται ἀπό τά νάματα αὐτῆς. Μή ἀδικῇς ἄλλο τήν ψυχήν σου καί τόν πλησίον σου, ἀλλά λέγε ἐκφώνως·
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Ὡς ἄνθος ἀμάραντον καί δένδρον εὐσκιόφυλλον πεφυτευμένον παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται ἡ ψυχή σου, ὅταν λέγῃς·
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Λέγε τήν εὐχήν καί ἄφησε τήν Χάριν νά εἰσέλθῃ εἰς τά βάθη τῆς ψυχῆς σου. Γίνε τότε θυρωρός ἄγρυπνος τῆς ψυχῆς σου καί θεατής τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί λέγε μετ᾿ εὐφροσύνης·
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἶναι ἡ εὐλογία ὅλου τοῦ κόσμου. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἶναι τό φῶς καί ἡ ζωή τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀνυμνεῖ καί δοξολογεῖ ἀπό τά βάθη αὐτῆς τό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί λέγει: «Ἁγία Τριάς, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς».
Ἐνύχτωσε στόν Ἄθωνα καί ἄλλο δέν βλέπω.
μοναχού Μαρκέλλου Καρακαλληνού
από το βιβλίο «Αίσθησις ζωής αιωνίου»
έκδοση ΧΦΔ

Ατενίζοντας τον Χριστό






Τα λόγια του Κυρίου πως μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται (Ματθ. 5,8) φανερώνουν τον κεντρικό ρόλο της καρδιάς στο πλαίσιο της εν Χριστώ πνευματικότητας, καθώς ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι (Ματθ. 15,19). Έτσι, η δυνατότητα ατενίσεως της θεότητας περνάει μέσα από την κάθαρση αυτού του κέντρου που η πατερική σοφία αναγνωρίζει όχι μόνον ως φυσικό, αλλά και ως παραφυσικό (Ματθ. 15,19) και ακόμη και υπερφυσικό (καθώς εντός της καρδιάς φυλάσσεται η θεία Χάρις που λαμβάνει ο βαπτισμένος στο όνομα του Ιησού).

Η λέξη ατένιση, τώρα, μπορεί να οριστεί ως: 1. Κοιτάζω με προσηλωμένο βλέμμα ευθεία μπροστά και μακριά και 2. Κατευθύνω την προσοχή μου, προσηλώνομαι σε κάτι[1]. Για την καθαρή εμπειρία, όμως, ενός Αγίου, η έννοια της αληθινής και γνήσιας ατενίσεως του θείου προσώπου, πηγαίνει πολύ βαθύτερα από την απλή εστίαση του νου, καθώς συνδέεται με την ίδια την έννοια της θεωρίας, η οποία «στὴν Πατερικὴ παράδοση […] σημαίνει ὅρασις». Διότι, όπως θα πει ο Ιωάννης Ρωμανίδης, «θεωρία […] ἔχει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος βλέπει. Καὶ θεολογικὰ βλέπει κανεὶς μὲ δύο τρόπους: Πρῶτον βλέπει μέσῳ τῆς ἐνδιαθέτου πίστεως, μέσῳ δηλαδὴ τῆς νοερᾶς προσευχῆς[2], διότι ἡ νοερὰ προσευχὴ εἶναι ἕνα εἶδος θεοπτίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἄνθρωπος βλέπει τὸν Θεὸν μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αὶσθάνεται τὸν Θεὸν νὰ προσεύχεται μέσα του. Αὐτὴ ἡ αἴσθησις λέγεται νοερὰ αἴσθησις καὶ εἶναι μία καθαρὴ εμπειρία. Αὐτὴ ἡ νοερὰ αἴσθησις εἶναι ἡ πρώτη βαθμὶς τῆς θεωρίας. Ἡ δεύτερη βαθμὶς αὐτῆς τῆς θεωρίας εἶναι ἡ θέωσις, ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ θεοπτία, δηλαδὴ ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, κατὰ τὴν ὁποία καταργεῖται ἡ εὐχή»[3].

Εύλογα, λοιπόν, γεννάται το ερώτημα: Ποια είναι η σχέση μεταξύ εξαγιασμού της καρδιάς και νοεράς προσευχής; Με άλλα λόγια, πώς συνδέεται η πρακτική της επικλήσεως του ονόματος του Ιησού με τον εξαγνισμό της καρδιάς του ανθρώπου; Διότι και τα δυο αποτελούν τον δρόμο προς την ατένιση του θείου προσώπου. Ας ακούσουμε, λοιπόν, τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου, που λέει πως: η ἀρχὴ της καθάρσεως είναι ἡ ἡσυχία (P.G. 32,228), δηλαδή η ειρήνη που χαρίζει το Άγιο Πνεύμα στην καρδιά και στους λογισμούς του πιστού. Και συνεχίζει ο όσιος Φιλήμων λέγοντας πως ὀφείλει ὁ χριστιανός διά μέσου τῆς ἡσυχίας νά καθαρίσῃ τελείως τόν νοῦ, δίδοντάς του μέρα καί νύκτα τήν πνευματική ἐργασία τῆς Νοερᾶς προσευχῆς, τῆς νήψεως καί τῆς προσοχῆς[4]. Και το οφείλει αυτό διότι ὁ νοῦς, κατά τον Μέγα Βασίλειο, πού δέν σκορπίζεται στά ἐξωτερικά πράγματα καί δέν διαχέεται καί δέν περιπλανιέται ἀπό τίς αἰσθήσεις στόν ἔξω κόσμο ἐπανέρχεται στόν ἑαυτό του καί, μέ τήν παντοδύναμη βοήθεια τῆς θείας Χάριτος, ἀνέρχεται πρός τόν οὐράνιο θρόνο τοῦ Ἁγίου Θεοῦ γιά νά ἑνωθῆ μαζί Του![5]. Επομένως, η συχνή επανάληψη του ονόματος του Ιησού καθαρίζει το ἐσωτερικὸν τοῦ ποτηρίου (Ματθ. 23,26), δηλαδή την εμπαθή καρδιά, και, έτσι, οδηγεί τον άνθρωπο σε πρώτη φάση στο να  βλέπει τὸν Θεὸν μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αὶσθάνεται τὸν Θεὸν νὰ προσεύχεται μέσα του και, εν συνεχεία, στην ίδια την θεοπτία, δηλαδή στην θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, κατὰ τὴν ὁποία καταργεῖται ἡ εὐχή. Έτσι, ο σκοπός της πρακτικής της μονολόγιστης ευχής είναι η επιστροφή του νου μέσα στην καρδιά, καθώς με αυτόν τον τρόπο ο νους καθαρίζεται, φωτίζεται και τελειοποιείται[6].

Είναι περίεργο πως, για την πατερική παράδοση, η έννοια της ατένισης του θείου προσώπου περνά μέσα από την αποφυγή της ατένισής του. Και εξηγούμαι φέρνοντας το παράδειγμα του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη, που είπε τα εξής: Να προσεύχεσθε χωρίς να σχηματίζετε στο νου σας εικόνες. Να μη φαντάζεσθε τον Χριστό. Οι Πατέρες ετόνιζαν το ανεικόνιστον στην προσευχή. Με την εικόνα υπάρχει το ευόλισθον, διότι ενδέχεται στην εικόνα να παρεμβληθεί άλλη εικόνα. Ενδέχεται και ο πονηρός να κάνει παρεμβολές και να χάσομε την χάρι[7].

Όλα αυτά σχετίζονται, βέβαια, και με την πραγματική φύση του Θεού, την οποία βιώνουν οι άγιοι στην εμπειρία της θέωσης, όταν διακρίνουν πως ο Θεός οὔτε Μονάς εἶναι οὔτε Τριάς εῖναι οὔτε Ἑνάς εἶναι οὔτε Θεός εἶναι οὔτε Ἀγάπη εἶναι κλπ.! Διότι δὲν ὑπάρχουν ὀνόματα ἢ νοήματα, ποὺ νὰ μποροῦν νὰ ἀποδώσουν τὸ τί εἶναι ὁ Θεός. Δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ συλλάβη τὸν Θεό. Αὐτὸ ἀποκλείεται. Τὰ νοήματα καὶ οἱ λέξεις χρησιμοποιοῦνται μόνον ὡς ὁδηγοὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἀποδώσουν ἢ νὰ ἐξηγήσουν κάτι ἀπὸ τὸν Θεό[8]. Έτσι, η πραγματική ατένιση του Χριστού δεν είναι απλά και μόνο η προσήλωση του νου προς Αυτόν, διότι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν Θεό, ἢ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθῆ[9]. Γι’ αυτό και όταν ο άνθρωπος φθάσει στην ἐμπειρία τῆς θεώσεως, διαπιστώνει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνώνυμος[10]!

Γεώργιος Ν. Μαραγκουδάκης

Η εμπιστοσύνη στον πνευματι





– Γέροντα, αν στεναχωρηθεί κάποιος πολύ γιατί τον μάλωσε για κάποιο σφάλμα του ο πνευματικός, και πέσει σε λύπη, αυτό έχει μέσα εγωισμό;

– Εμ βέβαια, έχει μέσα και εγωισμό. Αν στεναχωρηθεί κατά θεόν, θα έχει παρηγοριά, θα έχει και πρόοδο γιατί θα προσπαθήσει να μην το ξανακάνει. Πρέπει να λέει τις δυσκολίες, τους λογισμούς του, τις πτώσεις του στον πνευματικό, και να δέχεται με χαρά και την ήπια και την αυστηρή συμπεριφορά του, γιατί όλα από αγάπη και ενδιαφέρον γίνονται για την πρόοδο της ψυχής του.
– Και αν , Γέροντα, δεν δέχομαι το μάλωμα ή την παρατήρηση;
– Αν δεν δέχεσαι, θα μείνης αδιόρθωτη. Όσοι δεν δέχονται τις παρατηρήσεις ούτε και από τους ανθρώπους που τους αγαπούν, τελικά παραμένουν στραβόξυλα και αχρηστεύονται μόνοι τους πνευματικά. Όπως οι σανίδες που δεν δέχονται το πλάνισμα του μαραγκού, για να γίνουν έπιπλα, καταλήγουν στα μπετά ή στις σκαλωσιές και πατιούνται και λασπώνονται, μέχρι που καταλήγουν στην φωτιά, έτσι και αυτοί στο τέλος καταστρέφονται.
– Γέροντα, όταν κάποιος διαφωνεί σε ένα θέμα με τον πνευματικό του, τι πρέπει να κάνει;
– Να πει απλά και ταπεινά τον λογισμό του. Βέβαια χρειάζεται πολλή προσοχή στην επιλογή του πνευματικού, ώστε να μπορεί κανείς να τον εμπιστεύεται και να αναπαύεται με την καθοδήγησή του.
– Συμφέρει, Γέροντα, όταν κανείς βλέπει κάτι διαφορετικά από τον πνευματικό , να επιμένει στην γνώμη του;
– Όχι, γιατί δεν ξέρει τί κρύβεται πίσω από αυτό που ο ίδιος δεν θεωρεί σωστό. Για να καταλάβει π.χ. κάποιος τί κρύβεται πίσω από μια ενέργεια του πνευματικού του ίσως ο πνευματικός να πρέπει να του πει την εξομολόγηση ενός άλλου. Επιτρέπεται να πει την εξομολόγηση ενός άλλου; Ασφαλώς όχι. Ας πούμε ότι έχει συνεννοηθεί με τον πνευματικό να τον δει την τάδε ώρα, αλλά την ώρα εκείνη πηγαίνει και κάποιος άλλος που είχε λογισμούς να αυτοκτονήσει και ο πνευματικός παίρνει πρώτα εκείνον. Οπότε σκέφτεται: « Πήρε πρώτα αυτόν, εμένα με περιφρονεί » . Πώς να του πει όμως ο πνευματικός ότι αυτός είχε φθάσει στο σημείο να κάνει απόπειρα αυτοκτονίας; Αν του εξηγήσει, καταστρέφει, χαντακώνει τον άλλον. Ενώ, αν σκανδαλιστεί αυτός ή αν κατεβάσει μούτρα, δεν θα γίνει μεγάλο κακό. Μια φορά έτσι σκανδαλίσθηκαν μερικοί που ήρθαν εκεί στο Καλύβι. Ήταν κάποιος που τον κατάφεραν με πολλή δυσκολία οι δικοί του να έρθει να συζητήσουμε και τον δέχθηκα με πολλή χαρά. Τον ασπάσθηκα, του έδωσα κομποσχοίνι, εικονάκια. Οι άλλοι παρεξηγήθηκαν. « Εμάς ο Γέροντας, είπαν, ούτε μας έδωσε σημασία » . Αυτός ο καημένος ήταν άσωτος. Εγώ ήξερα λεπτομέρειες για την ζωή του. Έφυγε μετά άλλος άνθρωπος. Χίλιες φορές να σκανδαλισθούν οι άλλοι. Δεν μπορείς , για να αναπαύσεις τον έναν με μια εξήγηση, να καταστρέψεις τον άλλον.


Απόσπασμα από το Βιβλίο:
«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ» – ΛΟΓΟΙ Γ΄
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Όχι στις προσκολλήσεις



Η αποφυγή προσκολλήσεων είναι απαραίτητη όχι μόνο μέσα στα Μοναστήρια και τις μοναστικές Αδελφότητες, αλλά και για τους λαϊκούς πιστούς.

Υπάρχουν πνευματικοί οι οποίοι, ενώ είναι αρκετά ευσεβείς, όμως καλλιεργούν μία πολύ ισχυρή εξάρτηση από τον εαυτό τους και υποθάλπουν μία προσκόλληση στον εαυτό τους. Αυτό είναι πέρα για πέρα αρρωστημένο. Συνήθως δεν το καταλαβαίνουν και όταν τους το υποδείξει κανείς, διαμαρτύρονται και εξανίστανται.

Ο πνευματικός εξαφανίζει τον εαυτό του και βάζει στον εξομολογούμενο Χριστό και μόνο Χριστό. Μέλημά του είναι η διακονία του Χριστού. Δεν ευχαριστιέται με τη φράση: «τα πνευματικά μου τέκνα…», αλλά «τα τέκνα του Θεού». Είναι δούλος του Θεού ο πνευματικός και όχι το αφεντικό. Αυτή η φράση, που συχνά ακούγεται: «τα πνευματικά μου παιδιά», είναι πολύ επικίνδυνη. Μερικές φορές μυρίζει και αρκετό εγωισμό. Δε φτιάχνουμε δικά μας παιδιά, αλλά παιδιά του Θεού. Αυτό βέβαια είναι αφάνταστα λεπτό θέμα και δυσδιάκριτο. Ας προσπαθούμε, όσοι έχουμε τη χάρη της πνευματικής πατρότητας, να βιώνουμε πολλή ταπείνωση, για να μπορούμε να διακρίνουμε τις λεπτές αυτές ισορροπίες.

Ο εξομολογούμενος βέβαια θα τρέφει αγάπη και σεβασμό προς τον πνευματικό του πατέρα. Θα εκδηλώνει υπακοή ελεύθερα και αβίαστα, αλλά θα προσέχει πάντα να μην έχει προσκόλληση, που βλάπτει την πνευματική ζωή.

Η καρδιά πρέπει να είναι πάντα στραμμένη στο Θεό. Ν’ αγαπά το Θεό και να υπηρετεί το Θεό. Οι αρρωστημένες εκείνες καταστάσεις που αγαπά περισσότερο τον πνευματικό του από τον Θεό είναι τελείως απαράδεχτες. Έχω ζήσει τέτοιες αρρωστημένες καταστάσεις στην ποιμαντορική μου διακονία και έχω πικρή πείρα.

Με επισκέφθηκε κάποτε στο γραφείο μου στον Πειραιά μια ομάδα φοιτητών και φοιτητριών δεκαπέντε περίπου ατόμων. Φαίνονταν πολύ καλά παιδιά, με πολλή ευσέβεια και σεμνότητα. Μου είπαν κάποιο πρόβλημα που είχε τότε ο πνευματικός τους πατέρας με την Ιερά Σύνοδο. Και τα φαινομενικά καλά αυτά παιδιά μου είπαν με ένα στόμα και οι δεκαπέντε: «Εάν τιμωρηθεί απ’ την Ιερά Σύνοδο ο πνευματικός μας πατέρας, θα φύγουμε όλοι και θα πάμε μαζί του στους Παλαιοημερολογίτες». Τους είπα με αγάπη ότι μιας τέτοια σκέψη είναι τελείως λανθασμένη και εκτός ορίων του πνεύματος του Χριστού. Όμως τα παιδιά αυτά, που όντως είχαν πολλή ευσέβεια μέσα τους και φαίνονταν καλοί χριστιανοί, όταν μετά δύο μήνες τιμωρήθηκε από την Ιερά Σύνοδο ο πνευματικός τους πατέρας, έφυγαν όλοι μαζί του και πήγαν στους παλαιοημερολογίτες. Αυτές είναι θλιβερές καταστάσεις, που δεν είναι όμως σπάνιες στον ελλαδικό χώρο.