Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Η αποκάλυψη τών ακτίστων ενεργειών του Χριστού Το "εκ τών έσω" φως τού Κυρίου Ιησού π. Ι. Ρωμανίδης



Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

Ο Χριστός μετά την Βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό άρχισε επισήμως το έργο Του. Στην πραγματικότητα, ο Χριστός φανέρωσε την θεότητά Του, τις άκτιστες ενέργειες Του, δια της ανθρώπινης φύσεώς Του. Δηλαδή, μετά την ενανθρώπιση του Χριστού, η αποκάλυψη συνδέεται με τον Θεάνθρωπο Χριστό.
Οι Απόστολοι έβλεπαν την ενέργεια τής ακτίστου φύσεως στον Χριστό με τα θαύματά Του, την διδασκαλία Του. Αργότερα δε τρεις από αυτούς είδαν το Φως της θεότητός Του στο Θαβώρ. Το Σώμα του Χριστού είναι πηγή τών ακτίστων ενεργειών του Θεού.
«Πρέπει να τονισθεί ότι και στην επίγεια ζωή του Χριστού, ο Χριστός δεν απεκάλυψε την ανθρώπινη φύση Του, διότι την βλέπαμε την ανθρώπινη φύση. Εκείνο που χρειαζόταν αποκάλυψη ήταν η άκτιστη φύση του Χριστού, οπότε βλέποντας τον Χριστό, ξέρανε όλοι ότι ήταν άνθρωπος. Εκείνο που χρειαζότανε αποκάλυψη είναι η άκτιστη φύση του Χριστού, ότι είναι της ιδίας ουσίας με τον Πατέρα και με το Πνεύμα το Άγιον και ότι είναι των ιδίων ενεργειών και ότι είναι ο ίδιος κατά την υπόσταση άκτιστος και κατά την ουσία άκτιστος και κατά την ενέργεια άκτιστος.
Αυτή η αποκάλυψη των ενεργειών του Χριστού γίνεται κατά δύο τρόπους. Ο ένας τρόπος είναι με τα θαύματα. Δηλαδή, κάνει θαύματα και από τα θαύματα φαίνεται σαφώς ότι ο ίδιος είναι πηγή όχι μόνο κτιστών ενεργειών, αλλά και ακτίστων τοιούτων, εφ' όσον ο ίδιος ποιεί θαύματα τα οποία μόνον η άκτιστη ενέργεια μπορεί να επιτελέσει. Δηλαδή, το αποτέλεσμα είναι ακτίστων ενεργειών, δεν είναι κτιστών ενεργειών. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι ο Χριστός είναι το μέσο ή το όργανο, δια  του οποίου αποκαλύπτεται το άκτιστο, χωρίς ο ίδιος να είναι πηγή τών ακτίστων ενεργειών. Μπορεί, δηλαδή, να θεωρηθεί, ότι ο Θεός ενεργεί δια του Χριστού ως ανθρώπου και ο Χριστός φαίνεται ότι κάνει θαύματα, άλλα είναι ο ίδιος ο Θεός, που κάνει τα θαύματα μέσω του Χριστού. Οπότε, θα μπορούσαμε με μια αρειανική Χριστολογία να έχουμε πάλι θαύματα, όπως έχουμε θαύματα και δια μέσου των Προφητών, δηλαδή κ.ο.κ.
Αλλά, η ουσία της Ορθοδόξου διδασκαλίας περί Χριστού είναι ότι ο ίδιος ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού, και ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, δεν είναι απλώς ένα μέσον θαυμάτων, αλλά είναι η πηγή θαυματουργικών ενεργειών. Διότι ο ίδιος είναι ο Λόγος, ο οποίος ενσαρκώθηκε και υπάρχει η αντίδοση των ιδιωμάτων, οπότε και ως άνθρωπος ενεργεί ο Λόγος, αλλά ενεργεί και ως Θεός. Οπότε, ο Χριστός δεν είναι ένα μέσον τών ακτίστων ενεργειών, αλλά και πηγή ακτίστων ενεργειών κ.ο.κ. Αυτή η αποκάλυψη τής ακτίστου φύσεως του Χριστού γίνεται, κατά πρώτον λόγον, με θαύματα. Ποιεί θαύματα, τα οποία μόνον ο Θεός μπορεί να κάνει.
Ο άλλος τρόπος είναι η διδασκαλία Του. Διδάσκει πράγματα με αυθεντία και εξουσία του ίδιου του Θεού. Ο Ίδιος, δηλαδή, διδάσκει ως Θεός. Έχουμε τα θαύματα, έχουμε την διδασκαλία. Τα θαύματα είναι ορατά αποτελέσματα ακτίστων ενεργειών. Οπότε, ο άνθρωπος, βλέποντας τα έργα, μπορεί να πεισθεί σε αυτό που λέει ο Χριστός: "καν εμοί μη πιστεύητε, τοις έργοις πιστεύσατε" Ιω. ι, 38), δηλαδή στο ότι τα αποτελέσματα που επιφέρουν, είναι αποτελέσματα ακτίστων ενεργειών. Αυτό να πιστεύσετε, εφ' όσον δεν πιστεύετε σ' έμένα, επειδή με βλέπετε άνθρωπο, δηλαδή».
Εκτός από τα θαύματα και την διδασκαλία Του, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Χριστός φανέρωσε την δόξα της θεότητός Του ως Φως.
«Εάν δούμε προσεκτικά την Αγία Γραφή, θα δούμε ότι υπάρχουν τρία στάδια διδασκαλίας. Ο ίδιος ο Χριστός λέγει ότι "εκείνοις δε τοις έξω εν παραβολαίς τα πάντα γίνεται". "Τοις έξω". Αυτοί, που είναι απ' έξω, τους διδάσκει με παραβολές. "Υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού" (Μάρκος δ', 11). Οπότε, οι εσωτερικοί, που είναι οι Απόστολοι, μαθαίνουν αυτοί κατ’ ευθείαν τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, χωρίς παραβολές.
Οπότε, έχουμε διδασκαλία εν παραβολαίς, έχουμε διδασκαλία των μυστηρίων, ότι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού είναι τα μυστήρια της Εκκλησίας, και μετά, εκτός από αυτό, έχουμε και ένα άλλο επίπεδο εκμαθήσεως της αληθείας, που είναι αυτό που λένε οι Πατέρες: η θέωση, ο δοξασμός ή αποκάλυψη της βασιλείας ή της δόξης του Θεού».
Μια πρώιμη μεταμόρφωση του Χριστού, δηλαδή φανέρωση της δόξης της θεότητος του Χριστού, έγινε στην περίπτωση των δύο μαθητών του Ιωάννου του Βαπτιστού. Διηγείται ο ευαγγελιστής Ιωάννης:
«Τη επαύριον πάλιν ειστήκει ο Ιωάννης και εκ των μαθητών αυτού δύο, και εμβλέψας τω Ιησού περιπατούντι λέγει: Ίδε ο αμνός του Θεού. Και ήκουσαν αυτού οι δυο μαθηταί λαλούντος, και ηκολούθησαν τω Ιησού. Στραφείς δε ο Ιησούς και θεασάμενος αυτούς ακολουθούντας λέγει αυτοίς: Τι ζητείτε; Οι δε είπον αυτώ: Ραββί, (ό λέγεται ερμηνευόμενον διδάσκαλε) πού μένεις; Λέγει αυτοίς: Έρχεσθε και ίδετε. Ήλθον ουν και είδον πού μένει, και παρ' αυτώ έμειναν την ημέραν εκείνην. Ώρα ην ως δεκάτη» (Ιωάννης Α', 35-40).
«Οι δύο μαθητές του Προδρόμου, όταν έγιναν Μαθητές του Χριστού, Τον ρώτησαν: "πού μένεις"; (Ιωάννης Α', 39); Αυτό σημαίνει ότι παρεκάλεσαν τον Χριστό να δείξει το διαμέρισμά Του; Όχι. Αλλά να δείξει πού μένει. Σημαίνει ότι παρεκάλεσαν οι Απόστολοι τον Χριστό να αποκαλύψει την μονή Του, που είναι η άκτιστη δόξα του Θεού. Και επί μία ολόκληρη ημέρα συμμετείχαν αυτοί οι Απόστολοι στην εμπειρία της Θεώσεως. Οπότε, έχουμε δηλαδή την πρώτη εμπειρία της Θεώσεως, μετά τον Πρόδρομο. Όπως ο Πρόδρομος είχε την εμπειρία αυτή από τον Χριστό, έτσι και οι Μαθητές Του έχουν την εμπειρία». 
Η μεγαλύτερη αποκάλυψη της δόξης τού Χριστού έγινε στο όρος Θαβώρ ενώπιον των τριών Μαθητών Του, Πέτρου, Ιωάννου και Ιακώβου. Εδώ φαίνεται ότι το Σώμα του Χριστού είναι η κτιστή σκηνή που κάλυπτε την θεότητα και έτσι ερμηνεύεται το χωρίο «και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάννης Α', 14).
«Παίρνει ο Χριστός τους τρεις προκρίτους Αποστόλους και μεταμορφώνεται έμπροσθεν αυτών. Και αποκαλύπτει την βασιλεία Του και την δόξα Του στους τρεις Αποστόλους, παρουσία του Ηλία και του Μωυσή. Και μετά κάνει το λάθος εκείνο ο Πέτρος και λέει: "καλόν εστίν ημάς ώδε είναι· και ποιήσωμεν σκηνάς τρεις" (Μάρκος Θ', 5). Δεν κατάλαβε, δηλαδή, τι σκηνή είχαν. Είχαν την ίδια την σκηνή πλέον, την κτιστή (την ανθρώπινη φύση), που αντικαθιστά την άλλη σκηνή, που έκανε ο Μωυσής. Λοιπόν, έχουμε εδώ πάλιν εμπειρία της Θεώσεως, διότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι πηγή τής ακτίστου δόξης» .
Η εμφάνιση του Μωυσή και του Ηλία, κατά την Μεταμόρφωση του Χριστού στο Θαβώρ, δείχνει ότι Αυτός ο ίδιος ήταν που εμφανιζόταν ασάρκως στην Παλαιά Διαθήκη και αυτόν είδαν ο εκπρόσωπος του Νόμου (Μωυσής) και ο εκπρόσωπος των Προφητών (Ηλίας).
«Έχουμε την Μεταμόρφωση. Εκεί είναι η ουσία της Ορθοδόξου διδασκαλίας. Οι Απόστολοι είδαν τον Χριστό να αποκαλύπτει την άκτιστη θεότητα στους Αποστόλους, και να αποκαλύπτει ότι είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος είχε εμφανισθεί στον Μωυσέα και τον Ηλία, γι' αυτό και είναι παρόντες. Αυτή είναι η αποκάλυψη. Αυτό είναι το δόγμα της Αγίας Τριάδος, ότι ο Χριστός είναι ο Γιαχβέ, ο Κύριος της δόξης, ο οποίος εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη και αποκαλύπτει, μέσα στον εαυτό Του τον Πατέρα. Αυτή είναι η Αγία Τριάδα»,
«Την ίδια αποκάλυψη έχουμε και στην Καινή Διαθήκη, αλλά τώρα προστίθεται η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Στην Μεταμόρφωση έχουμε αποκάλυψη της δόξης του Χριστού, μέσω της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού, αλλά και εν νεφέλη που επεσκίασε τους Αποστόλους».
Στο όρος Θαβώρ φανερώνεται το μυστήριο της ενσαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, αφού η ανθρώπινη φύση είναι πηγή τής ακτίστου δόξης του Θεού. Και αυτού του μυστηρίου της ενσαρκώσεως ήταν μέτοχοι οι τρεις Απόστολοι,
«Στην Μεταμόρφωση είναι ενσαρκωμένος Χριστός, που οράται εν δόξη. Οπότε, ενώ στην Παλαιά Διαθήκη η δόξα εξεπήγαζε από τον Άγγελο του Κυρίου, από τον Κύριο της δόξης, από τον Μεγάλης Βουλής Άγγελο, εν Αγίω Πνεύματι, και ο θεούμενος είχε αυτή την άμεση επαφή με τον Κύριο της δόξης, με τον Γιαχβέ, ακριβώς το ίδιο τώρα έχει στην Καινή Διαθήκη στην Μεταμόρφωση, αλλά παρεμβάλλεται η ανθρώπινη φύση, τώρα, του Γιαχβέ ή του Αγγέλου του Κυρίου, του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου.
Το άκτιστο Φως, όμως, εκπηγάζει από την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Και φαίνεται από την αποκάλυψη αυτήν ότι η ανθρώπινη φύση δεν είναι απλώς φορέας της δόξης του Θεού, αλλά και πηγή της δόξης του Θεού, αυτή η ανθρώπινη φύση του Χριστού, διότι η υποστατική ένωση είναι φυσική και όχι κατά χάρη, όπως σε έναν Απόστολο. Διότι μπορούμε να δούμε τον Μωυσέα εν δόξη, αλλά ο Μωυσής δεν είναι πηγή τής ακτίστου δόξης του Θεού, είναι φορέας τής ακτίστου δόξης του Θεού, ενώ στην Μεταμόρφωση, η ανθρώπινη φύση είναι η πηγή δόξης, γί αυτό και αποκαλύπτεται ο Χριστός, σαφώς, ως το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Όσο είναι πηγή ο Πατήρ της δόξης, ο Χριστός είναι πηγή εκ της πηγής. Οπότε, πηγή ο Πατήρ, πηγή ο Λόγος, πηγή και το Άγιον Πνεύμα.

ΦΩΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ













Καθώς επιζητούμε να αυξήσουμε την αγάπη μας για τον Θεό και πασχίζουμε να αγαπούμε τον πλησίον μας, το φως του Ευαγγελίου θα μας περιβάλλει και θα μας ανυψώσει.

Ο σκοπός της ζωής μας και οι προϋποθέσεις για την επίτευξή του ~ Γέροντας Γεώργιος Καψάνης


Ο σκοπός της ζωής μας και οι προϋποθέσεις για την επίτευξή του ~  Γέροντας Γεώργιος Καψάνης
Εἶναι πολὺ τολμηρὸ νὰ ὁμιλεῖ κάποιος γιὰ τὴν θέωση, ὅταν δὲν τὴν ἔχει γευθεῖ. Τολμήσαμε ὅμως τὰ ὑπὲρ δύναμιν θαρροῦντες εἰς τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ νὰ μὴ κρύψουμε ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς ἀδελφούς μας τὸν ὕψιστο καὶ τελικὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς μας, γιὰ τὸν ὁποῖο πλασθήκαμε.
Προϋποθέσεις γιὰ τὴν θέωσι:
Λέγουν βέβαια οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε τὴν θέωση. Ὅμως ἡ θέωσις εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἐπιτυγχάνουμε ἐμεῖς μόνοι μας. Φυσικὰ πρέπει νὰ θέλουμε, νὰ ἀγωνιζόμαστε καὶ νὰ προετοιμαζόμαστε, γιὰ νὰ εἴμαστε ἄξιοι, ἱκανοὶ καὶ δεκτικοὶ νὰ δεχθοῦμε καὶ νὰ φυλάσσουμε τὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἐφ᾿ ὅσον ὁ Θεὸς δὲν θέλει τίποτε νὰ κάνη σ᾿ ἐμᾶς χωρὶς τὴν ἐλευθερία μας. Πλὴν ὅμως ἡ θέωσις εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες λέγουν ὅτι ἐμεῖς μὲν πάσχουμε τὴν θέωση, ὁ Θεὸς δὲ ἐνεργεῖ τὴν θέωση.
Διακρίνουμε δὲ ὁρισμένες ἀπαραίτητες προϋποθέσεις στὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν θέωση.
α) Ἡ ταπείνωσις
Πρώτη κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας προϋπόθεση γιὰ τὴν θέωση εἶναι ἡ ταπείνωσις. Χωρὶς τὴν εὐλογημένη ταπείνωση ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τεθῆ στὴν τροχιὰ τῆς θεώσεως, νὰ δεχθεῖ τὴν θεία Χάρι, νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό. Καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀναγνωρίσει ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς του εἶναι ἡ θέωσις, χρειάζεται ταπείνωσις. Γιατὶ πῶς χωρὶς ταπείνωση θὰ ἀναγνωρίσεις ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς σου εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, εἶναι στὸ Θεό;
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἐγωκεντρικά, ἀνθρωποκεντρικά, αὐτόνομα, τοποθετεῖ τὸν ἑαυτό του ὡς κέντρο καὶ σκοπὸ τῆς ζωῆς του. Πιστεύει ὅτι μπορεῖ νὰ αὐτοτελειωθῆ, νὰ αὐτοορισθῆ, νὰ αὐτοθεωθῆ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλωστε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ, τῆς σύγχρονης πολιτικῆς. Νὰ κάνουμε ἕνα κόσμο ἔστω καλύτερο, δικαιότερο, ἀλλὰ αὐτόνομα. Ἕνα κόσμο ποὺ θὰ ἔχει κέντρο τὸν ἄνθρωπο χωρὶς ἀναφορὰ στὸν Θεό, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πηγὴ κάθε καλοῦ. Αὐτὸ τὸ λάθος ἔκανε κι ὁ Ἀδάμ, ποὺ πίστεψε πὼς μόνο μὲ τὶς δικές του δυνάμεις μποροῦσε νὰ γίνει Θεός, νὰ ὁλοκληρωθεῖ. Τὸ λάθος τοῦ Ἀδὰμ κάνουν ὅλοι οἱ οὐμανισμοὶ ὅλων τῶν αἰώνων. Δὲν θεωροῦν ἀπαραίτητη τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου.
Ὅλα τὰ ὀρθόδοξα εἶναι θεανθρωποκεντρικά, ἔχουν κέντρο τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Ὅλα τὰ μὴ ὀρθόδοξα, Προτεσταντισμός, Παπισμός, Μασονισμός, Χιλιασμός, ἀθεϊσμός, ὅ,τι ἄλλο ἐκτὸς Ὀρθοδοξίας, αὐτὸν τὸν κοινὸ παρονομαστῆ ἔχουν: Κέντρο εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Σὲ μᾶς κέντρο εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι εὔκολο νὰ γίνει κανεὶς αἱρετικός, χιλιαστής, μασόνος, ὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἀλλὰ εἶναι δύσκολο νὰ γίνει Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος. Γιὰ νὰ γίνεις Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος, πρέπει νὰ δεχθεῖς ὅτι κέντρο τοῦ κόσμου δὲν εἶσαι ἐσὺ ἀλλὰ ὁ Χριστός.
Ἄρα ἡ ἀρχὴ τῆς ὁδοῦ πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἡ ταπείνωσις, νὰ ἀναγνωρίσουμε δηλαδὴ ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, εἶναι στὸν Πατέρα μας, τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό μας.
Χρειάζεται ἀκόμη ταπείνωσις, γιὰ νὰ δοῦμε ὅτι εἴμαστε ἄρρωστοι, ὅτι εἴμαστε ἐμπαθεῖς, γεμάτοι ἀδυναμίες καὶ πάθη.
Κι αὐτὸς πάλι ποὺ ἀρχίζει τὴν πορεία τῆς θεώσεως, πρέπει νὰ ἔχη διαρκῆ τὴν ταπείνωση, γιὰ νὰ διατηρεῖται συνεχῶς στὴν πορεία αὐτή. Διότι ἂν δεχθεῖ τὸν λογισμὸ ὅτι μὲ τὶς δικές του δυνάμεις τὰ καταφέρνει καλὰ καὶ προχωρεῖ, τότε εἰσέρχεται μέσα του ἡ ὑπερηφάνεια. Χάνει ὅ,τι κέρδισε καὶ χρειάζεται νὰ ἀρχίσει πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχή, νὰ ταπεινωθεῖ, νὰ δεῖ τὴν ἀδυναμία του, τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένειά του καὶ νὰ μὴ βασίζεται στὸν ἑαυτό του. Χρειάζεται νὰ βασίζεται στὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ βρίσκεται συνεχῶς στὴν πορεία τῆς θεώσεως.
Γι᾿ αὐτὸ στοὺς βίους τῶν Ἁγίων μᾶς κάνει ἐντύπωση ἡ μεγάλη ταπείνωσή τους. Ἐνῶ ἦταν κοντὰ στὸν Θεό, ἔλαμπαν μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, ἦταν θαυματουργοί, μυροβλύτες, τὴν ἴδια στιγμὴ ἐπίστευαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους ὅτι ἦταν πολὺ χαμηλά, πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι ἦταν οἱ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ταπείνωσή τους ἦταν ποὺ τοὺς ἔκανε θεοὺς κατὰ Χάριν.
β) Ἡ ἄσκησις
Μᾶς λέγουν ἐπίσης οἱ Πατέρες ὅτι ἡ θέωσις ἔχει στάδια. Ἀρχίζει ἀπὸ τὰ χαμηλότερα καὶ προχωρεῖ πρὸς τὰ ὑψηλότερα. Ἔχοντας τὴν ταπείνωση, ἀρχίζουμε μὲ μετάνοια καὶ πολλὴ ὑπομονὴ τὸν καθημερινό μας ἐν Χριστῷ ἀγώνα, τὴν ἄσκηση τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη. Λέγουν δὲ οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅτι μέσα στὶς ἐντολές Του κρύβεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, κι ὅταν ὁ Χριστιανὸς ἀπὸ ἀγάπη καὶ πίστη στὸν Χριστὸ τὶς τηρεῖ, τότε ἑνώνεται μαζί Του.
Αὐτὸ κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας εἶναι τὸ πρῶτο στάδιο τῆς θεώσεως, τὸ ὁποῖο ὀνομάζεται καὶ “πράξις”. Εἶναι ἡ πρακτικὴ ἀγωγή, ἡ ἀρχὴ τοῦ δρόμου πρὸς τὴν θέωση.
Φυσικὰ αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο, διότι ὁ ἀγώνας γιὰ νὰ ξεριζωθοῦν τὰ πάθη ἀπὸ μέσα μας εἶναι μεγάλος. Χρειάζεται κόπος πολύς, ὥστε σιγὰ-σιγὰ ὁ χέρσος ἐσωτερικός μας ἀγρὸς νὰ καθαρίζεται ἀπὸ τὰ ἀγκάθια καὶ τὶς πέτρες τῶν παθῶν καὶ νὰ καλλιεργεῖται πνευματικά, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ πέφτει ὁ σπόρος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ καρποφορεῖ. Ἀπαιτεῖται μεγάλη καὶ συνεχὴς βία στὸν ἑαυτό μας γιὰ ὅλα αὐτά. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος εἶπε ὅτι «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ οἱ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν». (Ματθ. ια´ 12). Καὶ πάλι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς διδάσκουν: «Δῶσε αἷμα καὶ λάβε Πνεῦμα», δηλαδὴ δὲν μπορεῖς νὰ λάβεις τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἂν δὲν δώσεις τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς σου στὸν ἀγώνα γιὰ νὰ καθαριστεῖς ἀπὸ τὰ πάθη, νὰ μετανοήσεις πραγματικὰ καὶ σὲ βάθος, καὶ νὰ ἀποκτήσεις τὶς ἀρετές.
Ὅλες δὲ οἱ ἀρετὲς εἶναι ὄψεις τῆς μίας καὶ μεγάλης ἀρετῆς, τῆς ἀρετῆς τῆς ἀγάπης. Ὅταν ὁ Χριστιανὸς ἀποκτήσει τὴν ἀγάπη, ἔχει ὅλες τὶς ἀρετές. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἐκείνη ποὺ ἐκδιώκει ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου τὴν αἰτία ὅλων τῶν κακιῶν καὶ ὅλων τῶν παθῶν, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας εἶναι ἡ φιλαυτία. Ὅλα τὰ κακὰ μέσα μας πηγάζουν ἀπὸ τὴν φιλαυτία, ποὺ εἶναι ἡ ἀρρωστημένη ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας. Γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τὴν ἄσκηση. Χωρὶς ἄσκηση δὲν ὑπάρχει πνευματικὴ ζωή, οὔτε ἀγώνας, οὔτε προκοπή. Ὑπακοῦμε, νηστεύουμε, ἀγρυπνοῦμε, κοπιάζουμε μὲ μετάνοιες, ὀρθοστασίες, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ καθαριζόμαστε ἀπὸ τὰ πάθη μας. Ἂν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία παύση νὰ εἶναι ἀσκητική, παύει νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος. Παύει νὰ βοηθεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ πάθη του καὶ νὰ γίνεται θεὸς κατὰ Χάριν.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀναπτύσσουν μεγάλη καὶ βαθειὰ ἀνθρωπολογικὴ διδασκαλία γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου. Κατ᾿ αὐτοὺς ἡ ψυχὴ διακρίνεται στὸ λογιστικὸ καὶ παθητικὸ μέρος. Τὸ παθητικὸ πάλι περιέχει τὸ θυμοειδὲς καὶ τὸ ἐπιθυμητικό. Στὸ λογιστικὸ περιέχονται οἱ λογικὲς ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ οἱ λογισμοί, οἱ σκέψεις. Τὸ θυμοειδὲς εἶναι τὰ θετικὰ ἢ ἀρνητικὰ συναισθήματα, ἡ ἀγάπη, τὸ μίσος. Τὸ ἐπιθυμητικὸ εἶναι οἱ καλὲς ἐπιθυμίες τῶν ἀρετῶν καὶ οἱ κακὲς ἐπιθυμίες τῶν ἡδονῶν, τῶν ἀπολαύσεων, ἡ φιλοχρηματία, ἡ κοιλιοδουλία, ἡ σαρκολατρεία, τὰ σαρκικὰ πάθη. Ἂν αὐτὰ τὰ τρία μέρη τῆς ψυχῆς, τὸ λογιστικό, τὸ θυμοειδὲς καὶ τὸ ἐπιθυμητικό, δὲν καθαρισθοῦν, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ μέσα του τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, νὰ θεωθεῖ. Τὸ λογιστικὸ καθαρίζεται μὲ τὴν νήψι, ποὺ εἶναι ἡ συνεχὴς τήρησις τοῦ νοὸς ἀπὸ τοὺς λογισμούς, μὲ τὸ νὰ κρατεῖ δηλαδὴ τοὺς καλοὺς λογισμοὺς καὶ νὰ ἀποδιώχνη τοὺς κακούς. Τὸ θυμοειδὲς πάλι καθαρίζεται μὲ τὴν ἀγάπη. Καὶ τὸ ἐπιθυμητικό, τέλος, καθαρίζεται μὲ τὴν ἐγκράτεια. Ὅλα αὐτὰ πάντως ἀπὸ κοινοῦ καθαρίζονται καὶ ἁγιάζονται μὲ τὴν προσευχή.
γ) Τὰ ἅγια Μυστήρια καὶ ἡ προσευχὴ
Ὁ Χριστὸς ἐγκαθίσταται στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ἅγια Μυστήρια. Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, τὴν ἱερὰ ἐξομολόγηση, τὴν Θεία Εὐχαριστία. Στοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανοὺς ποὺ εἶναι ἐν κοινωνίᾳ Χριστοῦ, ὁ Θεός, ἡ Χάρις Του, εἶναι μέσα τους, στὴν καρδιά τους, διότι εἶναι βαπτισμένοι, χρισμένοι, ἐξομολογημένοι, κοινωνημένοι.
Τὰ πάθη ὅμως καλύπτουν τὴν θεία Χάρι, ὅπως ἡ στάχτη τὴν σπίθα. Μὲ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχὴ ἡ καρδιὰ καθαρίζεται ἀπὸ τὰ πάθη, ἡ σπίθα τῆς θείας Χάριτος ἀναζωπυροῦται καὶ ὁ πιστὸς αἰσθάνεται τὸν Χριστὸ στὴν καρδιά του, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς του.
Κάθε προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας βοηθεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Ἰδιαιτέρως ὅμως βοηθεῖ ἡ λεγόμενη μονολόγιστος εὐχὴ ἢ νοερὰ προσευχὴ ἢ καρδιακὴ προσευχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Αὐτὴ ἡ προσευχή, ποὺ ἀνέκαθεν παραδίδεται στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔχει τὸ ἑξῆς πλεονέκτημα: ἐπειδὴ εἶναι μονολόγιστος, δηλαδὴ μόνο μία πρότασις, μᾶς βοηθεῖ νὰ συγκεντρώνουμε εὔκολα τὸν νοῦ μας. Συγκεντρώνοντας τὸν νοῦ μας τὸν βυθίζουμε στὴν καρδιὰ καὶ προσέχουμε ἐκεῖ νὰ μὴ ἀπασχολεῖται μὲ ἄλλα πράγματα καὶ νοήματα, οὔτε καλά, οὔτε κακά, ἀλλὰ μόνο μὲ τὸν Θεό.
Ἡ ἄσκησις στὴν καρδιακὴ αὐτὴ προσευχή, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ σὺν τῷ χρόνῳ συνεχής, εἶναι ὁλόκληρη ἐπιστήμη, τέχνη ἱερά, ποὺ Ἅγιοι τῆς Πίστεώς μας λεπτομερῶς περιγράφουν στὰ ἱερά τους συγγράμματα, ὅπως καὶ σὲ μία μεγάλη συλλογὴ πατερικῶν κειμένων, τὴν “Φιλοκαλία”.
Βοηθεῖ καὶ χαροποιεῖ λοιπὸν τὸν ἄνθρωπο ἡ προσευχὴ αὐτή. Κι ὅταν προχωρήσει ὁ Χριστιανὸς στὴν προσευχὴ αὐτή, καὶ ταυτοχρόνως ἡ ζωή του εἶναι σύμφωνη μὲ τὶς ἅγιες ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἀξιώνεται νὰ λάβει ἐμπειρία τῆς θείας Χάριτος. Ἀρχίζει νὰ γεύεται τὴν γλυκύτητα τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ, νὰ γνωρίζει ἐκ πείρας τὸ «γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι Χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. λγ´ 9). Γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἰδέα, κάτι ποὺ τὸ σκεπτόμαστε μόνο ἢ γιὰ τὸ ὁποῖο συζητοῦμε ἢ διαβάζουμε, ἀλλὰ εἶναι Πρόσωπο, μὲ τὸ Ὁποῖο ἐρχόμαστε σὲ ζωντανὴ καὶ προσωπικὴ κοινωνία, κάτι ποὺ τὸ ζοῦμε, τοῦ Ὁποίου λαμβάνουμε ἐμπειρία.
Τότε βλέπουμε τί μεγάλη καὶ ἄρρητη καὶ ἀνέκφραστη εὐτυχία εἶναι νὰ ἔχουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας καὶ νὰ εἴμαστε Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί.
Πολὺ βοηθεῖ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ εἶναι στὸν κόσμο, μέσα στὶς διάφορες μέριμνες καὶ ἀπασχολήσεις τῆς κάθε ἡμέρας, νὰ βρίσκουν τουλάχιστον λίγα λεπτὰ ἡσυχίας γιὰ νὰ ἀσκοῦνται σ᾿ αὐτὴν τὴν προσευχή.
Τοὺς ἁγιάζουν βέβαια κι ὅλες οἱ κατὰ Θεὸν ἐργασίες καὶ καθήκοντα, ὅταν γίνονται ταπεινὰ καὶ μὲ ἀγάπη. Ὅμως χρειάζεται καὶ ἡ προσευχή. Σ᾿ ἕνα ἥσυχο δωμάτιο (εἶναι καλὸ ἴσως μετὰ ἀπὸ κάποια μελέτη πνευματικὴ ἢ ἀφοῦ ἀνάψουν τὸ καντήλι ἐμπρὸς στὶς εἰκόνες καὶ θυμιάσουν), ὅσο γίνεται μακρυὰ ἀπὸ θορύβους καὶ ἀπασχολήσεις, καὶ ἀφοῦ ἡσυχάσουν ἀπὸ ἄλλες σκέψεις καὶ λογισμούς, νὰ βυθίζουν τὸν νοῦ τους στὴν καρδιὰ λέγοντας τὴν εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλὸν (ἢ τὴν ἁμαρτωλήν)». Πόση εἰρήνη καὶ δύναμη ἀντλοῦν οἱ ψυχὲς μ᾿ αὐτὴν τὴν κατὰ Θεὸν ἡσυχία! Πόσο τὶς ἐνισχύει καὶ στὶς ὑπόλοιπες ὧρες τῆς ἡμέρας νὰ διατηροῦνται εἰρηνικές, χωρὶς νεῦρα καὶ ἔνταση καὶ ἄγχος, ἀλλὰ νὰ ἔχουν ὅλες τὶς δυνάμεις τους σὲ ἁρμονία καὶ ἑνότητα!
Μερικοὶ ἀναζητοῦν λίγη ψυχικὴ ἡσυχία μὲ τεχνητὰ μέσα σὲ ἄλλους χώρους, πλανεμένους καὶ δαιμονικούς, ὅπως στὶς ἀνατολικὲς λεγόμενες θρησκεῖες. Προσπαθοῦν νὰ εὕρουν κάποια ἡσυχία μὲ ἐξωτερικὲς ἀσκήσεις, διαλογισμό, κ.λπ., γιὰ νὰ ἐπιτύχουν κάποια ἰσορροπία ψυχῆς καὶ σώματος. Τὸ λάθος εἶναι ὅτι σ᾿ ὅλα αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ λησμονήσει τὶς διάφορες σκέψεις καὶ τὸν ὑλικὸ κόσμο, οὔτε οὐσιαστικὰ δὲν κάνει διάλογο μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ μονόλογο μὲ τὸν ἑαυτό του. Καταλήγει δηλαδὴ πάλι στὸν ἀνθρωποκεντρικὸ καὶ ἀποτυγχάνει.
“Ἡ θέωσις, ὡς σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου” τοῦ μακαριστού Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Προηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους.

γιὰ τὴν θέωση




Εἶναι πολὺ τολμηρὸ νὰ ὁμιλεῖ κάποιος γιὰ τὴν θέωση, ὅταν δὲν τὴν ἔχει γευθεῖ. Τολμήσαμε ὅμως τὰ ὑπὲρ δύναμιν θαρροῦντες εἰς τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ νὰ μὴ κρύψουμε ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς ἀδελφούς μας τὸν ὕψιστο καὶ τελικὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς μας, γιὰ τὸν ὁποῖο πλασθήκαμε.
Γιὰ νὰ γίνει σαφὲς ὅτι ἡ μόνη ὀρθόδοξος ποιμαντικὴ εἶναι ἡ ποιμαντική της θεώσεως καὶ ὄχι τῆς κατὰ τὰ δυτικὰ πρότυπα ἠθικῆς τελειοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου χωρὶς τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.
Γιὰ νὰ ποθήσουμε ὅλοι τὰ κρείττονα καὶ ἔτσι νὰ ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὰ ὑψηλὰ καὶ μόνα δυνάμενα νὰ ἀναπαύσουν κατὰ βάθος τὴν δίψα τῆς ψυχῆς γιὰ τὸ Ἀπόλυτο, τὸν Τριαδικὸ Θεό.
Γιὰ νὰ πλημμυρίσουμε ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό μας γιὰ τὸ μεγάλο δῶρο Του, τὴν κατὰ Χάριν θέωσή μας.
Γιὰ νὰ νοιώσουμε τὸ ἀναντικατάστατο τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὡς τῆς μόνης ἐπὶ γῆς κοινωνίας θεώσεως.
Γιὰ νὰ φανεῖ τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, ποὺ μόνη αὐτὴ διδάσκει καὶ παρέχει τὴν θέωση στὰ μέλη της.
Γιὰ νὰ παρηγορηθοῦν οἱ ψυχές μας ποὺ ὅσο καὶ ἂν ἔχουν δηλητηριαστεῖ καὶ σκοτισθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, λαχταροῦν τὸ φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ.
Ἐλεήμων Κύριε, εὐδόκησε, ἐν τῇ ἀπείρῳ ἀγάπῃ Σου, νὰ μᾶς ἀξιώσεις νὰ εἰσέλθουμε στὴν ὁδὸ τῆς θεώσεως, πρὶν νὰ ἀπέλθουμε ἀπὸ τὸν παρόντα πρόσκαιρο κόσμο.
Ἐλεήμων Κύριε, ὁδήγησε στὴν ἀναζήτηση τῆς θεώσεως τοὺς Ὀρθόδοξους ἀδελφούς μας, ποὺ δὲν χαίρονται γιατὶ ἀγνοοῦν τὸ μεγαλεῖο τῆς κλήσεώς των ὡς «κεκελευσμένων θεῶν».
Ἐλεήμων Κύριε, ὁδήγησε καὶ τὰ βήματα τῶν ἑτεροδόξων Χριστιανῶν στὴν ἐπίγνωση τῆς Ἀλήθειάς Σου, γιὰ νὰ μὴν μείνουν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Σου, στερημένοι τῆς Χάριτος τῆς θεώσεως.
Ἐλεήμων Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς καὶ τὸν κόσμον Σου! Ἀμήν.

Ἡ θέωσις, ὡς σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου


Τὸ θέμα τοῦ προορισμοῦ τῆς ζωῆς μας εἶναι πολὺ σοβαρό, διότι ἀφορᾶ τὸ σπουδαιότερο ζήτημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο: Γιὰ ποιὸ σκοπὸ εὑρισκόμαστε πάνω στὴν γῆ. Ἂν ὁ ἄνθρωπος τοποθετηθεῖ σωστὰ στὸ θέμα αὐτό, ἂν εὕρῃ τὸν πραγματικό του προορισμό, τότε μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ σωστὰ καὶ στὰ ἐπὶ μέρους καὶ καθημερινὰ ζητήματα τῆς ζωῆς του, ὅπως εἶναι οἱ σχέσεις του μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, οἱ σπουδές του, τὸ ἐπάγγελμα, ὁ γάμος, ἡ ἀπόκτησις καὶ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν. Ἂν ὅμως δὲν τοποθετηθεῖ σωστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ βασικὸ θέμα, τότε θὰ ἀποτύχει καὶ στοὺς ἐπὶ μέρους σκοποὺς τῆς ζωῆς. Διότι τί νόημα μποροῦν νὰ ἔχουν οἱ ἐπὶ μέρους σκοποί, ὅταν στὸ σύνολό της ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ δὲν ἔχει νόημα;

Ἤδη ἀπὸ τὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς δηλώνεται ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας, ὅταν ὁ ἱερὸς συγγραφεὺς μᾶς λέγει, ὅτι ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσίν» Του. Διαπιστώνουμε ἔτσι τὴν μεγάλη ἀγάπη ποὺ ἔχει ὁ ἐν Τριάδι Θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δὲν τὸν θέλει ἁπλῶς ἕνα ὃν μὲ κάποια χαρίσματα, κάποια προσόντα, κάποια ἀνωτερότητα ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη κτίση, ἀλλὰ τὸν θέλει Θεὸ κατὰ Χάριν.

Ὁ ἄνθρωπος φαίνεται ἐξωτερικὰ ὅτι εἶναι μία βιολογικὴ ἁπλῶς ὕπαρξη ὅπως τὰ ἄλλα ἔμβια ὄντα, τὰ ζῶα. Εἶναι βέβαια ζῶον, ἀλλὰ «ζῶον... τὴ πρὸς Θεὸν νεύσει θεούμενον», ὅπως χαρακτηριστικὰ λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Λόγος εἰς τὰ Θεοφάνια, MPG 36, 324, 13). Εἶναι τὸ μόνο ὃν ποὺ ξεχωρίζει ἀπ᾿ ὅλη τὴν δημιουργία, τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει θεός.

Τὸ «κατ᾿ εἰκόνα» σημαίνει τὰ χαρίσματα ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς μόνο στὸν ἄνθρωπο, ξεχωριστὰ ἀπ᾿ ὅλα τὰ πλάσματά Του, ὥστε νὰ ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὰ τὰ χαρίσματα εἶναι : Ὁ λογικὸς νοῦς, ἡ συνείδηση, τὸ αὐτεξούσιο, δηλαδὴ ἡ ἐλευθερία, ἡ δημιουργικότητα, ὁ ἔρως καὶ ὁ πόθος τοῦ ἀπολύτου καὶ τοῦ Θεοῦ, ἡ προσωπικὴ αὐτοσυνειδησία καὶ ὅ,τι ἄλλο κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι ὑπεράνω ὅλης τῆς λοιπῆς δημιουργίας τῶν ἐμβίων ὄντων καὶ τὸν κάνει νὰ εἶναι ἄνθρωπος καὶ προσωπικότης. Ὅ,τι δηλαδὴ κάνει τὸν ἄνθρωπο πρόσωπο αὐτὰ εἶναι τὰ χαρίσματα τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα».

Ἔχοντας τὸ «κατ᾿ εἰκόνα» καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποκτήσει τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», δηλαδὴ τὴν θέωση. Ὁ Δημιουργός, Θεὸς κατὰ φύσιν, καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ γίνει θεὸς κατὰ Χάριν.

Ἐδόθησαν λοιπὸν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ χαρίσματα τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ φθάσει πολὺ ὑψηλά, νὰ πετύχει μὲ αὐτὰ τὴν ὁμοίωσή του μὲ τὸ Θεὸ καὶ Πλάστη του, νὰ ἔχει μία ὄχι ἐξωτερική, ἠθικὴ σχέση μαζί Του, ἀλλὰ μία προσωπικὴ ἕνωση μὲ τὸν Δημιουργό του.

Εἶναι ἴσως πολὺ τολμηρὸ ἀκόμη καὶ νὰ λέμε καὶ νὰ σκεπτόμαστε, ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ γίνουμε θεοὶ κατὰ Χάριν. Ὅμως ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν μᾶς τὸ ἀπέκρυψαν.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟ

 
Η προσευχή ως Θεραπεία του ανθρώπου ήταν το θέμα της 6ης Ορθόδοξης Συνάντησης Νέων και Γονέων που πραγματοποιήθηκε στον Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου της Ενορίας των Αγίων Αναργύρων Κρανιάς Μουζακίου.  Στον βιβλίο «Αόρατος πόλεμος» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, αναφέρει ο άγιος ότι όταν αρχίσει ο άνθρωπος την ημέρα του, πρέπει ν’ αρχίζει να προσεύχεται στο Θεό ώστε να οχυρωθεί ο νους με την μνήμη του Θεού και μάλιστα παρομοιάζει τον άνθρωπο εκείνο που αμέσως προσεύχεται με στρατιώτη διότι φροντίζει με αυτόν τον τρόπο να νικήσει το 1ο οχυρό του πολέμου, τον νου.
Είναι πολύ σημαντικό ο άνθρωπος να μάθει να προσεύχεται διότι όταν πλάσθηκε από το Θεό είχε ως κύριο έργο την προσευχή του στο Θεό και ο νους του ανθρώπου είχε μνήμη Θεού.  Όταν όμως ο νους αιχμαλωτίζεται σε εμπαθείς πράξεις, έχασε την δύναμή του και έγινε αιχμάλωτος της αμαρτίας.
Αναφέρεται στα Αποστολικά έργα ότι οι Απόστολοι και οι χριστιανοί «προσκαρτερούντες» την προσευχή και την κλάση του άρτου δηλ. περίμεναν με λαχτάρα την Θεία Λειτουργία όπου θα κοινωνούσαν τον Χριστό και την ώρα της προσευχής. Κατ’ αυτόν τον Αποστολικό τρόπο η Εκκλησία μας έχει ως ύψιστο έργο την λατρεία του Θεού συνεχίζοντας την Αποστολική Παράδοση και διαδοχή, ενώ αντίθετα στην δύση, που έχασε την αποστολικότητα και την χάρη του Θεού και έγινε κράτος, αντικατέστησε το έργο της Εκκλησίας που είναι η προσευχή με καλά έργα, οι φιλανθρωπίες κ.α.. Γι’ αυτό κάθε ενέργεια μέσα στην Αγία μας Εκκλησία (Ακολουθίες, Αγιασμός, Εξομολόγηση, Μυστήρια, Ευχές κ.α.) έχει ως σκοπό την θεραπεία του ανθρώπου, ο οποίος τραυμάτισε τον νου και την καρδία του από την αμαρτία και πάσχει από μια πνευματική σχιζοφρένεια, με αποτέλεσμα άλλα να θέλει και άλλα να πράττει στην ζωή του.  Σε αυτή την σκέψη ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ λέγει πολύ χαρακτηριστηκά ότι «Ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος». Για να μπορέσει ο άνθρωπος να φτάσει στην απόκτηση του Αγίου Πνεύματος και στην Θέωση, ο Καλός μας Θεός δίδει στον άνθρωπο τα εργαλεία για την επίτευξη του σκοπού του, που δεν είναι άλλο από τις εντολές και το άγιο Ευαγγέλιο.  Όλη αυτή η θεραπευτική αγωγή είναι που μας οδηγεί στην αγάπη του Θεού, όπως ακριβώς οδήγησε και τους αγίους μας στα Μαρτύρια, με απώτερο σκοπό την ένωσή τους με τον Θεό.
Είναι σημαντικό να ξέρουμε πως λειτουργούσε ο άνθρωπος πριν την πτώση ώστε να μπορέσουμε να επαναφέρουμε τον άνθρωπο στην προ-πτωτική κατάσταση.  Το πρότυπο για να φθάσουμε στην Θέωση είναι ο Χριστός, ο νέος Αδάμ, καθώς και η ζωή των αγίων μας, οι οποίοι μας δείχνουν τον δρόμο προς την τελείωση και αποκαλούνται από την Κυρία Θεοτόκο «Φίλοι του Χριστού».
Τα αποτελέσματα της προσευχής
Η προσευχή μας ελευθερώνει από τα καταθλιπτικά δεδομένα του κόσμου τούτου και μας θωρακίζει από τις στενάχωρες καταστάσεις που συναντούμε μέσα στην ημέρα. Έχει την δύναμη να διασπά την μοναξιά και μάλιστα μερικές φορές την επιδιώκεις προκειμένου να συνομιλήσεις με τον Θεό «εν πλήρη κενότητι» κάτι το οποίο κάνουν οι Μοναχοί και οι Ασκητές, οι οποίοι φεύγουν από τον κόσμο για να συναντήσουν την ησυχία και να ενωθούν με τον Θεό. Γι’ αυτό και αυτός που προσεύχεται αποκτά ειρήνη στην καρδιά του, δεν εχθρεύεται, δεν καταρράσει, παρά ευλογεί και προσεύχεται. Γεννά με λίγα λόγια η προσευχή την ειρήνη στην καρδιά μας, και ότι να συμβαίνει γύρω μας δεν μας στεναχωρεί διότι αποκτούμε εμπιστοσύνη στην Αγάπη του Θεού, όπως μια ομπρέλα (η προσευχή) ενώ γύρω-γύρω βρέχει, εσύ προστατεύεσαι από την βροχή μέσω της αδιάλειπτης προσευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Όσο λοιπόν προσεύχεσαι αγαπάς τον Θεό και όσο αγαπάς τον Θεό τόσο ποιο πολύ προσεύχεσαι.
Οι καρποί της προσευχής
Οι καρποί της προσευχής είναι πάρα πολλοί. Το πρώτο πράγμα που συμβαίνει είναι ότι ο άνθρωπος γίνεται κοινωνικός, διότι έχει ως ιδίωμα να εξάγει τον άνθρωπο από τον ατομισμό του και επειδή κοινωνεί με τον άλλο άνθρωπο δεν αισθάνεται μόνος του, παύει να έχει παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους και απομακρύνετε από τους άρρωστους συναισθηματισμούς.
Η Προσευχή είναι η χάρις του Θεού που μας δίνει δύναμη να απελευθερωθούμε από τα δεσμά της αμαρτίας και να σωθούμε. Η προσευχή από μόνη της δεν έχει δύναμη διότι δεν είναι διαλογισμός ή γιόγκα.  Δύναμη λαμβάνει η προσευχή από τον Χριστό στον οποίο προσευχόμαστε και γι’ αυτό είναι το ποιο αντιδραστικό φάρμακο.
Αδελφοί μου, το έργο της προσευχής είναι στην αρχή επίπονο διότι καταθέτει στον Θεό την ελευθερία του ανθρώπου, τον χρόνο του. Γι’ αυτό χρειάζονται προϋποθέσεις για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε στον Θεό όπως η ησυχία, το θυμίαμα. Λένε τι να κάνω στην Εκκλησία δεν καταλαβαίνω τίποτα.  Δεν πειράζει αγιαζόμαστε ακόμα και όταν δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. O άνθρωπος που αγωνίζεται δεν πρέπει να απελπίζεται και να πιστεύει ακράδαντα ότι ο Θεός είναι μαζί του.  Η επιτυχία του αγώνα έγκειται στην παρουσία της χάριτος στην ψυχή του. Γι’ αυτό τον λόγο αξίζει να βάλουμε την προσευχή στην ζωή μας, έστω και για λίγη ώρα όσο μπορεί ο καθένας (3 λεπτά, 10 λ. 1 ώρα). Λέγουν οι Πατέρες «θέλω μικράν εργασίαν και μένουσαν παρά μεγάλην εργασίαν και διακόπτουσα». Καλόν Αγώνα!
Του Πρεσβυτέρου Νικολάου Δαλαγιώργου

ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΑΠΟΣΠ ΓΡΗΓ ΠΑΛΑΜΑ






Γιά νά μπορέσει νά σταθεῖ ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται μία ἐμπειρία πιό δυνατή ἀπ’ ὅλες τίς ἄλλες, ἕνα φῶς ἰσχυρότερο ἀπό τά ἄλλα φῶτα. Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία σήμερα εἶναι στήν πλεονεκτική θέση νά παρουσιάζει σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους μία φοβερή ἐμπειρία, τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καί ὅταν λέμε θέωση δέν ἐννοοῦμε νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος στό σημεῖο νά ἐπιτελεῖ θαύματα ἤ νά φτάσει ὅπως ἐμεῖς φανταζόμαστε, στήν κατάσταση τῶν Ἁγίων.
Στόν ἄνθρωπο ἀρχίζει νά ἐνεργεῖ μέσα του τό μυστήριο τῆς θεώσεώς του ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού ἀρχίζει νά στρέφεται ἐν μετανοίᾳ στόν Θεό. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος θά σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί θά πεῖ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό», ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα ἀρχίζει νά ἐνεργεῖται μέσα του τό μυστήριο τῆς σωτηρίας του. Δέν εἶναι δυνατό ὁ ἄνθρωπος νά ἐπικαλεστεῖ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί νά μήν ἐπιτελεστεῖ μέσα του μία ἀλλοίωση, μία ἐνέργεια. Μπορεῖ πολλές φορές ἡ καρδιά μας νά μήν αἰσθάνεται τίποτα, νά’ ναι σκληρή. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι δέν ἐνεργεῖ τό μυστήριο τῆς προσευχῆς.
Ὁ Ἁγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς βίωσε αὐτό τό σκότος τῆς ὕπαρξής του, μπῆκε σ’ αὐτόν τόν ἀγώνα καί ἔζησε γιά ἕνα διάστημα τῆς ζωῆς του τό τί σημαίνει νά εἶσαι μακράν τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδία σου νά κινεῖται σ’ ἕνα σκότος καί νά εἶναι σκληρή σάν πέτρα. Γι’ αὐτό τόν λόγο γράφει στόν βίο του ὅτι γιά μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του θρηνοῦσε ἀπαρηγόρητα καί ἔλεγε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, φώτισον μου τό σκότος». Αὐτή ἦταν ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή του μέσα ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του, γιατί ἦταν τό βίωμα καί ἡ ἐμπειρία του.
Οἱ Ἅγιοι πρῶτα βίωσαν τό σκότος σ’ ὅλη τήν ἔντασή του καί ζώντας αὐτό τό σκότος ἐβίωσαν τή νοσταλγία τοῦ φωτός. Καί αὐτό τό φῶς δέν εἶναι κάτι τό ἠθικό πού βγαίνει μέσα ἀπό τίς διδασκαλίες, ἀλλά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. «Ἐγώ εἰμί τό Φῶς τοῦ κόσμου». Ἔτσι ὅταν αὐτός ἔλεγε «φώτισόν μου τό σκότος»ζητοῦσε τόν ἴδιο τόν Χριστό. Ὁ Δαβίδ χιλιάδες χρόνια πρίν ἔλεγε: «Πότε Θεέ μου, θά ρθεῖς νά δῶ τό φῶς τοῦ προσώπου Σου; Δέν μέ ἐνδιαφέρουν οἱ ἰδέες σου καί ὅ,τι εἶπες, ἐμένα μέ ἐνδιαφέρεις πρωτίστως Ἐσύ ὁ ἴδιος». Πρέπει νά καταλάβουμε τό πόσο σημαντικό εἶναι ὄχι ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά αὐτός πού εἶπε τή διδασκαλία, αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Αὐτό ἔζησαν οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι πῆραν τή διδασκαλία γιά νά τούς βοηθήσει νά φτάσουν στόν Χριστό. Ὅταν ἔφτασαν ἐκεῖ ὑπερβήθηκαν οἱ ἐντολές καί οἱ διδασκαλίες καί ἔμεινε μόνο ἕνα πράγμα μές στόν ἄνθρωπο. Μένει ἡ ἀγάπη, αὐτή ἡ ἕνωση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο σέ μία ἀπόλυτη ἀγαπητική σχέση.
Ὁ Ἁγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μᾶς ἔδειξε αὐτό τό τέρμα καί αὐτή τή μέθοδο καί μᾶς εἶπε ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπαίνει καί ἀρχίζει ἀπό τήν πρώτη στιγμή νά ἐφαρμόζει στή ζωή του τήν ἀσκητική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πού σημαίνει τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἀγωνίζεται νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ταυτόχρονα ἔχει καί μία ἄλλη κίνηση, τήν κίνηση τῆς προσευχῆς τήν ὁποία οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μέσα ἀπό τήν πείρα τους μᾶς δίδαξαν. Μία τέτοια προσευχή εἶναι ἡ μονολόγιστος εὐχή, ἡ ἐπίκληση τοῦ Χριστοῦ. Τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Μέ αὐτή τήν ἐπίκληση τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος καταλαβαίνει ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπό Αὐτόν καί αἰσθάνεται ὅτι δέν μπορεῖ χωρίς Αὐτόν νά ζήσει καί τοῦ εἶναι ἀνάγκη νά τόν συναντήσει. Καταλαβαίνει ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπό τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Βάση τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ βαθιά ταπείνωση, ἀφοῦ αἰσθάνεται πώς χωρίς τόν Χριστό δέν μπορεῖ νά ζήσει.
Ἔτσι μέ ἐπιμονή ἀρχίζει νά ἐπικαλεῖται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ὅπου κι’ ἄν βρίσκεται. Γιά νά ἔχει καρπό αὐτή ἡ κίνηση, πρέπει νά ὑπάρχει ἡ Θεία Χάρις. Καί ὁ χῶρος τῆς Χάριτος εἶναι ἡ Ἁγία Ἐκκλησία. Ἐκτός Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά ἐνεργήσει αὐτό τό μυστήριο τῆς Θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καί ὅταν λέμε ἐντός Ἐκκλησίας ἐννοοῦμε ὅλη αὐτή τήν μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας.