Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ταπεινός «σκουπιδιάρης» που άρπαζε τις ψυχές και τις πήγαινε στο Φως π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος† 10-09-2018



Για ιδέστε που ΄χει το ερημοπούλι αίμα στο φτερό,
πετά κι ας το ΄βρε θανάτου βόλι, κόντρα στον καιρό.
Με τον καιρό να ΄ναι κόντρα, έχει τιμή σαν πετάς
να μένεις μόνος, να μένεις μόνος.



(«Ο ακροβάτης», στίχοι-μουσική Δ. Αποστολάκης, τραγούδι: Μ. Σταυρακάκης, Χαΐνηδες).

Ήμουν πάντοτε ένας από τους τακτικούς ακροατές του λόγου του μακαριστού π. Κωνσταντίνου. Εκ του σύνεγγυς όμως, για πρώτη φορά τον συνάντησα στο ενοριακό κέντρο της Αγίας Παρασκευής Αττικής, το 2014, όπου είχε προσκληθεί ως ομιλητής.    Έτυχε να μπούμε μαζί στον ανελκυστήρα, ο π. Κωνσταντίνος, η πρεσβυτέρα του, η σύζυγός μου κι εγώ. Και εκεί, για πρώτη φορά πήρα την ευχή του.
Και τώρα   έχω την ευκαιρία και την ευλογία να τον αποχαιρετήσω δίνοντας στους αναγνώστες μας κάποιες πληροφορίες για τον βίο και το έργο του.

Ο πατήρ Κωνσταντίνος γεννήθηκε στο Σταυροδρόμι του Πέραν, στην Κωνσταντινούπολη, στις 9 Οκτωβρίου του 1946. Το επώνυμο Στρατηγόπουλος το γνωρίζουμε από τον στρατηγό Αλέξιο Στρατηγόπουλο, ελευθερωτή της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους της 4ης Σταυροφορίας το 1261. Ο γιος του στρατηγού Αλεξίου ονομαζόταν Κωνσταντίνος . Ο πατέρας του πατρός Κωνσταντίνου, Ιωάννης, φοίτησε σε γαλλικό λύκειο της Κωνσταντινούπολης  και αργότερα έμαθε την τέχνη του ράφτη από τον θείο του, ο οποίος έραβε τον τελευταίο Σουλτάνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η μητέρα του, Μαργαρίτα-Έλλη, το γένος Αρχοντοπούλου, ήταν μια γυναίκα της Κωνσταντινούπολης ευσεβής και δυναμική, με ευρύ πνεύμα. Στα παιδικά του χρόνια ο π. Κωνσταντίνος αγαπούσε το παιχνίδι, ήταν ιδιαίτερα επινοητικός και έφτιαχνε  μόνος του επιτραπέζια παιχνίδια. Τις Κυριακές ζούσε την ατμόσφαιρα της Θείας Λειτουργίας στον Ιερό ναό της Αγίας Τριάδας του Πέραν . Φοίτησε στο φημισμένο σχολειό της Πόλης Ζωγράφειο, όπου έλαβε ευρεία μόρφωση από σπουδαίους δασκάλους. Έζησε και αγάπησε τη Ρωμηοσύνη και την Ορθοδοξία. Αργότερα διακόνησε με όλες του τις δυνάμεις το άνοιγμα της Ορθοδοξίας και της Ρωμηοσύνης στην Ελλάδα και την Οικουμένη.
Το 1964 αποφοίτησε από το Ζωγράφειο και ήλθε για σπουδές  στην Αθήνα . Φοίτησε στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (τότε Α.Σ.Ο.Ε.Ε.) στο Οικονομικό Τμήμα. Εργάστηκε ως επιστημονικός συνεργάτης του καθηγητή SamuelBowles στο Κ.Ε.Π.Ε. του Υπουργείου Συντονισμού (Ο καθηγητής Bowlesτιμήθηκε με Nobel στη μακροοικονομία). Επίσης υπήρξε επιστημονικός βοηθός του καθηγητή Πέτρου Στεργιώτη στην έδρα των Μαθηματικών. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή (1968-1970) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου το 1974.



Με την παρότρυνση του καθηγητή και επισκόπου Ανδρούσης (νυν Αρχιεπισκόπου Αλβανίας) Αναστασίου Γιαννουλάτου, συνέχισε τις σπουδές του σε μεταπτυχιακό επίπεδο στην Ιεραποστολική, στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Υπό την επίβλεψη και παρακολούθηση των καθηγητών Hans Werner Genschichen (Γερμανία), Αναστασίου Γιαννουλάτου και Ηλία Βουλγαράκη (Ελλάδα), προχώρησε στην έρευνα για τη διδακτορική του διατριβή με θέμα: «Ιεραποστολή στις μεγαλουπόλεις της Αφρικής».
Την αγάπη και τη διακονία του στην ιεραποστολή, ο πατήρ Κωνσταντίνος την οφείλει στον ανθρωπιστή, ιατρό, μουσικό και θεολόγο AlbertSchweitzer και στον νυν   αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο. Το έργο του στην ιεραποστολή ήταν πολύπλευρο και ανέδειξε τις στρατηγικές του ικανότητες, ώστε να αυξήσει, να στηρίξει και να επεκτείνει τα ιεραποστολικά κλιμάκια, εκτός από την Αφρική και την Ασία, μέχρι τη Νότιο Αμερική και τα νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού. Ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας γνώρισε τον πατέρα Κωνσταντίνο στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και τον έφερε στο γραφείο της Εξωτερικής Ιεραποστολής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κατόπιν του ανέθεσε την ευθύνη του γραφείου Στατιστικής και Κοστολογήσεως, το Φροντιστήριο Υποψηφίων Κατηχητών και το Επιμορφωτικό Φροντιστήριο Κατηχητών. Ο πατήρ Κωνσταντίνος, αισθανόμενος ιδιαίτερη τιμή για τη συνεργασία με τον νυν Μακαριώτατο Αλβανίας, ανταποκρίθηκε στα ανωτέρω διακονήματα με ιδιαίτερη αγάπη και υιικό σεβασμό.


Παντρεύτηκε την Παρασκευή  Σολδάτου, οικονομολόγο και θεολόγο, στον ιερό ναό Αγίου Ανδρέα Κάτω Πατησίων, όπου ιερουργούσε ο μακαριστός και πάντα χαμογελαστός και αγαπημένος πατήρ Γαβριήλ Τσάφος, ο οποίος είχε αναθέσει στον λαϊκό τότε Κωνσταντίνο εβδομαδιαίες ομιλίες για νέους. Η πρεσβυτέρα Παρασκευή υπηρέτησε ως εκπαιδευτικός σε δημόσιο Γυμνάσιο και Λύκειο. Αγωνίστηκε να σταθεί επάξια στο πλευρό του π. Κωνσταντίνου, με απόλυτη αγάπη και αφοσίωση στο πρόσωπό του, αναλαμβάνοντας τον μητρικό ρόλο προς τα πνευματικά του παιδιά, τα οποία τους αποκαλούσαν «πατέρα» και «μητέρα». Στις 31 Ιανουαρίου  1982  χειροτονήθηκε διάκονος στον ναό της Αγίας Φωτεινής Νέας Σμύρνης από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης Χρυσόστομο. Τον Απρίλιο του ιδίου έτους, την Κυριακή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας,  χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον μακαριστό Χρυσόστομο στον ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Γλυφάδας. Ήταν επίσης κατά την Κυριακή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, 29 Μαρτίου 2015, όταν το εγκεφαλικό επεισόδιο σηματοδότησε και το τέλος της διακονίας του στο θυσιαστήριο του Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Δικηγορικών Γλυφάδας.


Πρώτος του πνευματικός υπήρξε ο άγιος Πορφύριος και αργότερα ο πατήρ Ακάκιος του Κελλιού των Παχωμαίων Αγίου Όρους, που του παρεχώρησε και τη συμμαρτυρία. Μετά τον θάνατό του, πνευματικός του έγινε ο πατήρ Φιλόθεος της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους. Τελευταίος πνευματικός του υπήρξε ο πατήρ Θεόκλητος, ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Αρσενίου Χαλκιδικής, ο οποίος με αυτοθυσία του συμπαραστάθηκε τα τελευταία χρόνια της ασθενείας του.
Ο π. Κωνσταντίνος είχε την ευλογία από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης Χρυσόστομο να τελεί όλες τις ακολουθίες καθημερινά. Στον ναό της Κοιμήσεως Δικηγορικών Γλυφάδας τελούνταν καθημερινά Μεσονυκτικό, Όρθρος, Θεία Λειτουργία, Ώρες, Εσπερινός, Απόδειπνο με Χαιρετισμούς. Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε από τον συνεφημέριό του, πατέρα Θεόδωρο Κουμαριανό και μετά την ασθένεια του πατρός Κωνσταντίνου, ενώ πλήθος πνευματικών του παιδιών εξυπηρετούν τη διακονία στο Ψαλτήρι. Το παράδειγμά τους   προσφέρει στην εποχή μας μια ζωντανή μαρτυρία για τον θεραπευτικό, δοξαστικό και συνεκτικό των πάντων ρόλο της Εκκλησίας μας.
Μέχρι το τέλος,  ο π. Κωνσταντίνος στις ομιλίες του τόνιζε ακατάπαυστα  ότι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι αλλά άνθρωποι που εμπιστεύονται ή δεν   εμπιστεύονται  τον Θεό. Θεωρούσε ότι όλοι είμαστε λίγο-πολύ μετά την πτώση πνευματικά ασθενείς. Οι άγιοι, για τον π. Κωνσταντίνο, δεν ήταν οι καλοί άνθρωποι αλλά οι μετανοημένοι αμαρτωλοί, οι θεούμενοι, που έζησαν προηγουμένως την κάθαρση από τα πάθη και τον φωτισμό από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Έβλεπε τον εαυτό του σαν «σκουπιδιάρη», που μέσα από την εξομολόγηση βοηθούσε τους ανθρώπους να αποβάλλουν τα άχρηστα πάθη τους και να ζήσουν τον Χριστό. Δεν επιθυμούσε την προσκόλληση και την εξάρτηση των πνευματικών του παιδιών από τον ίδιο, για αυτό και συχνά, όταν αντιλαμβανόταν σημάδια εξάρτησης,  αντιδρούσε σθεναρά, γιατί πίστευε ότι ο Χριστός είναι το παν και οι άνθρωποι προς Αυτόν πρέπει να στρέφονται.



Η διακονία του στο Θυσιαστήριο ήταν απόλυτα συγκεντρωμένη στο Μυστήριο. Δεν έκανε παρατηρήσεις, μολονότι συχνά γινόταν φασαρία στο ναό από τις ομιλίες των εκκλησιαζομένων και τις αταξίες των παιδιών. Μνημόνευε καθημερινά πλήθος ονομάτων, ζώντων και κεκοιμημένων, ακολουθώντας την Παράδοση.
Καθιέρωσε τους ομαδικούς γάμους και βαπτίσεις για να εμπνεύσει πνεύμα εκκλησιαστικό, ενώ προετοίμαζε πνευματικά τους μελλονύμφους   και τους αναδόχους.
Ο πατήρ Κωνσταντίνος χαρακτηριζόταν παιδιόθεν από την ακατακρισία και την ταπείνωση. Αγαπούσε, παρηγορούσε και αποδεχόταν ως ισότιμους όλους τους ανθρώπους  που έμπαιναν στο πετραχήλι του, ανεξαρτήτως   «επιβαρημένου» ή μη παρελθόντος (εμπλεκόμενους σε προτεσταντικού τύπου ομάδες, αιρέσεις και ανατολικές δοξασίες, εξαρτημένους από ψυχαναλύσεις, τζόγο, ουσίες κ.λπ.). Πίστευε, όπως και ο πρώτος πνευματικός του άγιος Πορφύριος, στη «Θεία Ψυχανάλυση», δηλαδή στο Μυστήριο της Εξομολόγησης.






Εμπνευσμένος από την ορθόδοξη παράδοση των Ρωμαίικων Κοινοτήτων της Πόλης, όπου είχε ζήσει, δεν δίσταζε να ασκεί κριτική στην κουλτούρα του διαφωτισμού, είτε αυτή οδηγούσε στον φιλελευθερισμό, είτε στον κομμουνισμό. Θεωρούσε ως   μοναδικό φορέα της ελπίδας για τον άνθρωπο τον τρόπο ζωής της Εκκλησίας και όχι τα πολιτεύματα. Η ζωή και ο λόγος του μας επιβεβαίωναν την αλήθεια ότι ο σταυρικός δρόμος και το μαρτύριο οδηγούν στην αναστάσιμη χαρά.
Επειδή ο π. Κωνσταντίνος ήταν ανοιχτός προς όλους, στο πετραχήλι του ακούμπησαν άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις και τα μορφωτικά επίπεδα. Δεν σταμάτησε να εξομολογεί μέχρι και την παραμονή της εκδημίας του. Με τη Χάρη του Θεού και την πνευματική του καθοδήγηση ανασυρόταν από το βάθος του «είναι» των εξομολογουμένων χαρίσματα, που οδηγούσαν τον καθέναν σε ξεχωριστό, προσωπικό δρόμο, όπως της ιερωσύνης, του μοναχισμού, του έγγαμου βίου κ.λπ.


Ως οικονομολόγος τασσόταν εναντίον της φοροδιαφυγής και είχε άποψη για την κατανομή του πλούτου εντός της χώρας. Έλεγε ότι με 25% ανεργία, αν το 75% που είχε εργασία ενδιαφερόταν να στηρίξει το υπόλοιπο 25%, τότε κανείς δεν θα πεινούσε. Επί τριάντα χρόνια, χωρίς διαφήμιση, χορηγούσε συσσίτιο σε αναγκεμένους ανθρώπους.
Μας λένε τα πνευματικά του παιδιά: Πώς να χωρέσουν στις λίγες αράδες ενός επιμνημόσυνου άρθρου τα δώρα που μας έκανε ο πατήρ Κωνσταντίνος τόσα χρόνια!


Εβδομαδιαίες ομιλίες χειμώνα-καλοκαίρι για ενηλίκους, μαθητές, νέους, γονείς· κινηματογραφική ομάδα, θεατρική ομάδα, ραδιοφωνική εκπομπή («Ράδιο-Παράγκα» επί σειράν ετών στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος)· πανηγυρικός εορτασμός των Θεοφανείων κάθε χρόνο με καραβάκι (όπως στην αγαπημένη του Πόλη) ανοιχτά στη θάλασσα· κατήχηση σε αλλοδαπούς και ημεδαπούς, χρίσμα και βάπτιση σε ενηλίκους, εκδρομές και δραστηριότητες για παιδιά ακόμη και στο εξωτερικό εντελώς δωρεάν, «παραδείσιες» διακοπές για μεγαλύτερα παιδιά στην Ιερά Μονή Παναχράντου στην Άνδρο, σεμινάρια Αρχαίων Ελληνικών, παραδοσιακών χορών, ομαδικών αθλημάτων, αγιογραφίας, ξένων γλωσσών, χρυσοκεντητικής, βυζαντινής μουσικής, παραδοσιακών οργάνων (κανονάκι), κλασικής μουσικής (βιολί), καθημερινό αρχονταρίκι μετά τη Θεία Λειτουργία… Ήταν επίσης υπεύθυνος για το αντιαιρετικό σεμινάριο της Μητροπόλεως Γλυφάδας, με ανύστακτη  αγάπη και ενδιαφέρον προς όλους τους ανθρώπους. Με έναν πρωτοφανή και αφοπλιστικό τρόπο ο πατήρ Κωνσταντίνος ερευνούσε την Παράδοση της Εκκλησίας και ανέσυρε από αυτήν απαντήσεις για την επικαιρότητα με αναντίρρητη πειστικότητα για τη διαχρονική δύναμη της Ορθόδοξης Παραδόσεως στη ζωή του κόσμου.


Ο πατήρ Κωνσταντίνος, ως γνήσιο τέκνο της Κωνσταντινουπόλεως, συντονισμένος καρδιακά με την κορυφή της Ορθοδοξίας, της Ρωμιοσύνης και του Γένους των Ελλήνων, έτρεφε αγάπη και σεβασμό προς το πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, βαθιά συναισθανόμενος το μαρτύριο, που συνοδεύει το θεσμικό αυτό πρόσωπο. Επίσης απευθυνόταν με αφοσίωση και αγάπη προς τον επίσκοπο Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης κ. Παύλου (ο οποίος είπε για τον πατέρα Κωνσταντίνο, μετά την εξόδιο ακολουθία: «Ιερουργώντας καθημερινώς το Άχραντον Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, το Ιερό Θυσιαστήριο αναδείχτηκε για αυτόν ανεξάντλητη πηγή της ζωής, από την οποία εκατοντάδες χριστιανών δέχτηκαν τα θεία νάματα της Εκκλησίας μας») και τον αρχιεπίσκοπο Κρήτης κ. Ειρηναίο, (ο οποίος είπε: «Ο πατήρ Κωνσταντίνος ήταν δώρο του Θεού για όλους μας και είναι εκείνος που πρέπει να μιμούμαστε, που θα αντιγράφουμε και θα θεωρούμε ότι εκείνος είναι ο άνθρωπος, που πρέπει να ακολουθούμε τον δικό του δρόμο»).






Ανεδείχθη ένα πραγματικός Τσακιτζής του Θεού, που άρπαζε αγαπητικά τις ψυχές των ανθρώπων και τις πήγαινε στον Χριστό, στο ΦΩΣ…
Όλα όσα γράφτηκαν, ήταν από τις αναμνήσεις και τις αφηγήσεις της πρεσβυτέρας  του κ. Παρασκευής Σολδάτου-Στρατηγοπούλου, καθώς και από τις μαρτυρίες, τις διηγήσεις και τις εμπειρίες πνευματικών του τέκνων. Ανθρώπων που οικοδομήθηκαν από αυτόν πνευματικά, που βρήκαν στο πετραχήλι του παρηγοριά και καταφύγιο, που έμαθαν από αυτόν πως «στον τόπο που γεννηθήκαμε,  όταν πεθάνεις, σε τραγουδούν και όταν ζεις τραγουδάς, πως ο θάνατος γίνεται πανηγύρι και  η αλλαγή γίνεται Ανάσταση», για να χρησιμοποιήσουμε τα δικά του λόγια. 
 Συνάντησα τον π. Κωνσταντίνο για τελευταία φορά επί της γης,  την Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Δικηγορικών Γλυφάδας· στην ενορία που διακόνησε για τόσα χρόνια με τόση αγάπη.   Εκεί πήρα και την ευχή του - για τελευταία φορά.
Ας έχουμε την ευχή του όλοι. Και ας ευχηθούμε εαυτοίς και αλλήλοις να ανταμώσουμε μαζί του στο ΦΩΣ.

 Ο π. Κωνσταντίνος έκανε εκτενή αναφορά σ΄ αυτόν στο βιβλίο του Ώρες για σκοτάδι-ώρες για φως. 


2. Αναμνήσεις από την εποχή αυτή περιγράφει ο ίδιος στο πανέμορφο βιβλίο του για παιδιά: «Το σταυροδρόμι της καρδιάς μου».



Ιωάννης Ν. Ζαννής


Οι άγιοι φεύγουνε σιωπηλά και αναστάσιμα


ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΟΥΜΕ το αφιέρωμα στον π. Κωνσταντίνο Στρατηγόπουλο με τις συγκινητικές σκέψεις της Ειρήνης Αργυρούλη, η οποία γράφει για τον πνευματικό της πατέρα



Απόψε τούτο το ξενύχτι γύρω από το σώμα σου έχει κάτι από θρίαμβο.
Δεν έχει λόγο ο λόγος να αρθρώνεται, ούτε ο λογισμός να ορθώνεται. Μπροστά στην αγιότητα είναι πιο ταιριαστή η σιωπή και η θύμηση της εμπειρίας πρέπει να γίνει προσευχή. Μα καθώς απόψε μαζεύτηκαν οι αγαπημένοι σου για να σε ξενυχτήσουν, χύθηκαν οι αναμνήσεις και επίμονα επιδίωξαν να μπούνε στο χαρτί.


 Στην Παναγίτσα όλοι μας είχαμε πατέρα και σε περιτριγυρίζαμε όπως οι μέλισσες το λουλούδι, εκείνο το μέλι κυνηγώντας που είχε ο λόγος σου. Στην αυλή σου ανασάναμε Χριστό αχόρταγα και σε είδαμε να θυσιάζεσαι για εμάς μέρα τη μέρα –τίποτα δεν είπες με λόγια που δεν μας το έδειξες με το παράδειγμά σου. Κουβάλαγε ο καθένας στην αυλή σου την τρέλα του, μα εσύ έλεγες «Ο Χριστός είναι τρέλα» και «Ο Χριστός είναι γλέντι» κι είχες σηκώσει μπαϊράκι αντάρτικο με ό,τι σε έδενε στη γη. Στην αυλή της Παναγίτσας μας όλοι απολαύαμε «τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως».
Μου έλεγες πάντα να μην αμαρτάνω. «Ποιο είναι, πατέρα» σε ρώταγα «το τάλαντό μου»; «Το τάλαντό σου είναι να γίνεις αγία» μου έλεγες. Κι έκλαιγα μ’ αναφιλητά κάτω από το πετραχήλι σου που πάλι απέτυχα τούτο το τάλαντο μου να το πολλαπλασιάσω. Και πάντα σε κυνήγαγα να πάρω την ευχή σου, μα δεν τις χόρτασα, πατέρα, ποτέ τις ευχές σου.




Θυμάμαι το ξεκαρδιστικό σου γέλιο, βούταγε, λες, το κεφάλι σου ανάμεσα στους ώμους σου, φώτιζε το πρόσωπο σου σαν μικρού παιδιού κι αχ, πόσο μου άρεσε να σε βλέπω να γελάς με την καρδιά σου! Σε θυμάμαι τα απογεύματα, μεταξύ εσπερινού και αποδείπνου να βγαίνεις από το πίσω το πορτάκι, να χτυπάς το τάλαντο κι όταν μαζευόταν η πιτσιρικαρία, τους μοίραζες γλειφιτζούρια.



Τα αγαπούσες τα παιδιά... Από μικρά μας έδωσες τα πάντα. Έκανες την αυλή της Παναγίτσας τον παράδεισο του μανιασμένου παιχνιδιού μας. Ποτέ δεν μας μάλωσες, ποτέ δεν απαίτησες να κάνουμε ησυχία ή να μην κόβουμε τα λουλούδια... Σαν να έβαλες, μου φαίνεται, τα λουλούδια στην αυλή για να τα κόβουμε και να τα κάνουμε μπουκέτα στις μαμάδες. Ερχόμασταν από τα μικρά διαμερίσματα της Αθήνας, με τα ασφυκτικά μπαλκονάκια, να παίξουμε στην αυλή της Παναγίτσας και, λίγο πριν κοινωνήσει, μπαίναμε μέσα με φόρα, σπρώχναμε τις γριές και φτιάχναμε σειρά μπροστά. Τα πιο ξέφρενα παιχνίδια της ζωής μου τα θυμάμαι στην αυλή σου.



Και τις Μεγάλες Πέμπτες έβγαινες με το σταυρό στα χέρια «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου»... Κι εγώ δεν ήξερα αν έβλεπα μπροστά μου τον Χριστό ή εσένα να σταυρώνεσαι, έτσι εξαντλημένο απ’ την αγρύπνια και τη νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας. Και στην περιφορά του επιταφίου γυρνούσαμε με όλη την ενορία κι εσύ κρατούσες το Ευαγγέλιο και πήγαινες κουτσαίνοντας μιας ώρα δρόμο.
Αγαπούσες πολύ τις ετυμολογίες των ελληνικών λέξεων και συχνά παρασυρόσουν να μας μιλάς γι’ αυτές ή για τους αρχαίους φιλοσόφους. Και τη γνώση αγαπούσες και σ’ άρεσε να λες πως «η μάθηση είναι γλέντι».


Απόψε, τούτο το ξενύχτι γύρω από το σώμα σου, έχει κάτι από θρίαμβο κι από δοξολογία. Τούτο το αποψινό είναι, το δίχως άλλο, ένα πανηγύρι, γιατί μας έδωσε ο Θεός έναν άγιο, να ζήσουμε κοντά του, να δούμε τη θυσία μέχρι το τέλος. Απόψε πιο πολύ παρά ποτέ είσαι πατέρας μας, γιατί τώρα είσαι όλος μια αγκαλιά κι η αγιότητά σου είναι η μεγαλύτερη κρίση για τον καθένα μας. Καλή Ανάσταση, αγαπημένε μας, είθε κι εκεί μαζί, όπως κι εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 17.10.2018
στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ.

ΈΝΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΑΙΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟ.


Η Ελλαδα μας ειναι γεμάτη Αγιους!!!
ΤΟ ΕΠΙΓΕΙΟ ΑΝΤΙΟ ... ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
.."Ο πατέρας Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος ήταν ο πιο συγκλονιστικός άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου και που θα γνωρίσω ποτέ. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που συνδύαζε με μοναδικό τρόπο τρομερή μόρφωση, ακεραιότητα χαρακτήρα και θυσιαστική αγάπη για τον άνθρωπο.
Σπούδασε οικονομικά, πήρε υποτροφία να κάνει διδακτορικό στο Harvard. Δεν πήγε. Μπήκε στην ιατρική σχολή, έκανε 2-3 χρόνια. Την άφησε. Σπούδασε θεολογία και έκανε διδακτορικό στη Γερμανία. Ήταν πολύγλωσσος. Δεν ξέρω ακριβώς πόσες γλώσσες μιλούσε άπταιστα και πόσες άλλες διάβαζε. Δεν υπήρχε επιστημονικό αντικείμενο ή τομέας των γραμμάτων και των τεχνών που να μην τον είχε μελετήσει. 

Τρομερή ευφυία, μαθηματικό μυαλό, τρομερή μνήμη, όσα και να πω είναι λίγα. Είμαι σίγουρη ότι θα γραφτεί βιβλίο (ή μάλλον βιβλία) για τον βίο και το έργο του όπου θα αναφέρουν αναλυτικά και για τις σπουδές και τον επαγγελματικό βίο του γιατί δεν τα γνωρίζω επακριβώς.
Ήταν άνθρωπος της θυσίας και της αγάπης. Γνήσιος εκφραστής του ελληνορθόδοξου πολιτισμού και του ορθόδοξου χριστιανισμού. Ως Κωνσταντινοπολίτης είχε την κουλτούρα της Ρωμιοσύνης της καθ' ημάς Ανατολής. Ήταν υπόδειγμα ιερέως. Δεινός θεολόγος και άριστος γνώστης και ερμηνευτής των Γραφών. Αφότου έγινε ιερέας, έκανε ανελλιπώς όλες τις ακολουθίες όπως ορίζει το τυπικό της εκκλησίας, κάθε μέρα από τις 5 το πρωί (Μεσονυκτικό, Όρθρος, Θεία Λειτουργία, Ώρες, Εσπερινός, Απόδειπνο). Παράλληλα ήταν Διευθυντής του Γραφείου Εξωτερικής Ιεραποστολής, είχε ραδιοφωνική εκπομπή, συμμετείχε συχνά σε συνέδρια, ήταν ο κύριος υπεύθυνος για χίλια δύο πράγματα της ενορίας και το σημαντικότερο από όλα εξομολογούσε δεκάδες ανθρώπους την εβδομάδα και δεν υπήρχε περίπτωση να μην απαντήσει σε sms ή τηλεφώνημα, ακόμα και 2 τα ξημερώματα.
Απορούσες πώς μπορούσε και τα προλάβαινε όλα αυτά, πώς είχε τη δύναμη να ακούει τόσα προβλήματα, τόσες τραγωδίες…Όλοι ξέραμε πως κοιμόταν περί τις 4 ώρες την ημέρα… Κυριαρχούσε στον εαυτό του. Ζούσε πολύ ασκητικά. Έτρωγε λίγο (κρέας δεν έτρωγε), κοιμόταν λίγο. Σεβόταν τη φύση, τα πάντα γύρω του. Στα παπαδοπαίδια στο Ιερό έλεγε να βγάζουν έξω τα έντομα χωρίς να τα σκοτώνουν. Ήταν υπόδειγμα συνέπειας και υπεύθυνου ανθρώπου. Τις μόνες φορές που τον είχα δει να αντιδρά ενοχλημένος ήταν όταν τον κολάκευαν. Και παρόλη την άσκηση που έκανε, ήταν άνθρωπος χαρούμενος, ποτέ κατηφής. Μετέδιδε απίστευτη χαρά και όρεξη για ζωή. Γι’ αυτό και τον αγαπούσαν τόσο πολύ τα παιδιά και οι νέοι άνθρωποι.
Ήταν ακτήμων. Δεν είχε ούτε σπίτι δικό του, ούτε αυτοκίνητο. Και έζησε «ως μηδέν έχων και τα πάντα κατέχων». Δεν έπαιρνε δεκάρα τσακιστή για τα μυστήρια που τελούσε (όπως δυστυχώς κάνουν πολλοί ιερείς, ενώ σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύεται) και όμως η ενορία του ασκούσε το μεγαλύτερο φιλανθρωπικό έργο (σε επίπεδο ενορίας), ίσως, σε όλη την Ελλάδα. 


Λόγω της εμπιστοσύνης που ενέπνεε στο θέμα διαχείρισης των χρημάτων, στήθηκε ένας μηχανισμός ανακούφισης οικονομικά ασθενούντων, με απόλυτη ανωνυμία, χωρίς καμία διαφήμιση και προβολή. Εφοπλιστές, επιχειρηματίες αλλά και άνθρωποι από το υστέρημά τους έδιναν χρήματα -πολλές χιλιάδες συγκεντρώνονταν-και κάθε μήνα αναλάμβαναν κάποια πνευματικά του παιδιά να πληρώσουν ενοίκια, δόσεις δανείων, λογαριασμούς, να αγοράσουν τρόφιμα. Και πόσα άλλα! Πόσες ιστορίες, πόσες ευεργεσίες!
Υπόδειγμα συζυγικής αγάπης με την εφάμιλλης μόρφωσης και πνευματικής καλλιέργειας, υπέροχη πρεσβυτέρα του Παρασκευή. Ερωτευμένο ζευγάρι. Δεν έκαναν δικά τους παιδιά, αλλά βοήθησαν χιλιάδες παιδιά σαν να ήταν δικά τους και όπως είπε μια φίλη έφτιαξαν έναν μικρό παράδεισο μαζί.
Ενώ θα μπορούσε να κάνει μεγαλοπρεπή καριέρα στο εξωτερικό και στην Ελλάδα, έδωσε όλο του το είναι στην αγάπη του Θεού και του ανθρώπου ως απλός ιερέας. Όσοι ήταν χρόνια κοντά του είδαν με τα μάτια τους πώς αντιμετώπιζε με τον ίδιο τρόπο τον τελευταίο, τον πιο διαλυμένο, της πιο χαμηλής τάξης, με τον πιο σπουδαίο. Πόρνες, τραβεστί, ναρκομανείς, φτωχοί μετανάστες, ζητιάνοι, Έλληνες, ξένοι, διασημότητες, άνθρωποι κάθε επαγγέλματος και κοινωνικής τάξης, νήπια, νέοι, γέροι, τον πλησίαζαν και τους διακονούσε με τον ίδιο σεβασμό στο πρόσωπό τους. Έγινε πρώτος αφού έγινε πάντων διάκονος. Αληθινός μιμητής του Χριστού.

 Κάθε ιδεολογία περί δικαιοσύνης έμοιαζε χυδαία μπροστά στο έργο αγάπης που επιτέλεσε στη ζωή του. Ποτέ δεν αυτοπροβλήθηκε και όμως έλαμψε. Μετέδιδε μια συγκλονιστική αίσθηση ελευθερίας. Ήταν άνθρωπος οικουμενικός. Δεν τον χαρακτήριζε αυτή η ελληνοκεντρικότητα που χαρακτηρίζει πολλούς του χώρου της Εκκλησίας. Τα τελευταία χρόνια μέχρι και γκρουπ κρυπτοχριστιανών από την Τουρκία ερχόταν κατά δεκάδες να τους κατηχήσει και να τους βαφτίσει. Αξιοποίησε όλα τα χαρίσματα του, όχι για την εγωιστική του καταξίωση, που είναι ο κανόνας σήμερα, αλλά για την καταξίωση του πλησίον. Τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος!


Όλη του η ζωή προσευχή και διακονία του πλησίον. Και όλα αυτά με πολύ επιβαρυμένη υγεία καθώς τα τελευταία σχεδόν 20 χρόνια μετά από ένα ατύχημα και μια αποτυχημένη επέμβαση στο πόδι του, το πόδι του σχεδόν σάπισε και υπέφερε από φρικτούς πόνους. Θα έπρεπε να του το είχαν κόψει. Κι όμως μέσα στον πόνο, σήκωνε τον πόνο των άλλων. Όταν τον γνώρισα πριν 15 χρόνια νόμιζα ότι ήταν 80 χρονών με την πρώτη ματιά και ήταν μόνο 60 ή δεν τα είχε κλείσει καν. Αλλά όταν του μίλησα, είδα έναν άνθρωπο νέο σαν να είναι έφηβος, γεμάτος ζωή. Και στα τελευταία 3,5 χρόνια που καθηλώθηκε σε καροτσάκι μετά από βαρύ εγκεφαλικό, πάλι συνέχισε να εξομολογεί, να παρηγορεί, να διδάσκει…
Είτε κάποιος αποδεχόταν τον Χριστό, είτε όχι, είτε ήταν άθεος, είτε αλλόπιστος, δεν μπορούσε να αμφισβητήσει το γεγονός του τόσο ενάρετου βίου του. Το πόσο βοήθησε υλικά και πνευματικά χιλιάδες ανθρώπους. Το πόσο γνήσιος ήταν καθώς πράττων εδίδασκε. Πολλοί προσπαθούμε να επηρεάσουμε με τον λόγο μας θετικά κάποιον, αλλά ο άλλος βλέπει την αδυναμία μας και μέσα του γελά. Αυτό δεν συνέβαινε με τον πατέρα Κωνσταντίνο. Τέτοια συνάφεια έργων-λόγων δεν έχω δει σε άνθρωπο. 

Πόσο σημαντικό είναι αυτό μέσα στην απέραντη ηθικολογία της βαθιά ανήθικης εποχής μας. Ήταν ζωντανή απόδειξη ότι οι λόγοι του Χριστού είναι εφαρμόσιμοι στον 21ο αιώνα.
Ήταν να τον συναντήσω αυτές τις μέρες να του πω μεταξύ άλλων, άλλο ένα ευχαριστώ. Δεν πρόλαβα και λυπήθηκα πολύ. Μακάρι να ακολουθήσουν και άλλοι τα βήματά του και να τον μιμηθούν! Καλό Παράδεισο πατέρα Κωνσταντίνε και στα δικά μας! (Το κείμενο ειναι από την Άννα, η φωτογραφία από την Μαρία όπου απεικονίζεται με την πρεσβυτέρα και στην τελευταία το σκήνωμα στον ναό)

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2019

Για το ψέμα και τη δολιότητα (Αγ. Νικόδημος Αγιορείτης)


  Αδελφοί μου Χριστιανοί, προσέχετε, όσο μπορείτε, να μη λέτε ψέματα, γιατί το ψέμα είναι, εφεύρεση του διαβόλου και ο διάβολος είναι ο πατέρας του ψεύδους. Επομένως, όσοι είναι ψεύτες, έχουν πατέρα τους το διάβολο και μοιάζουν μ’ αυτόν και τον έχουν πατέρα, καθώς το αναφέρει και ο Κύριός μας στην Αγία Γραφή, λέγοντας: «Ο πατέρας που έχετε εσείς είναι ο διάβολος, κι όσα επιθυμεί ο πατέρας σας, αυτά θέλετε να κάνετε. Εκείνος εξ αρχής ήταν ανθρωποκτόνος και δεν μπόρεσε να σταθεί μέσα στην αλήθεια, γιατί δεν υπάρχει μέσα του τίποτε το αληθινό. Όταν λέει ψέματα, εκφράζει τον εαυτό του, γιατί είναι ψεύτης και είναι ο πατέρας του ψεύδους. Αντίθετα, όσοι λένε την αλήθεια, έχουν ως πατέρα τους την Αλήθεια, που είναι ο Θεός και ο Ιησούς Χριστός. Και είναι, γεννημένοι από την Αλήθεια, καθώς μας λέει ο «αγαπημένος» μαθητής Ιωάννης: «Παιδιά μου, ας μην αγαπάμε με λόγια και ωραίες φράσεις, αλλά με έργα και αγάπη αληθινή. Απ' αυτό θα καταλάβουμε ότι είμαστε παιδιά της αλήθειας».

Εσείς είσθε Χριστιανοί και, με τη Χάρη του Αγίου Βαπτίσματος, απογυμνωθήκατε από τον παλαιό άνθρωπο και ενδυθήκατε τον Χριστό, που είναι η αλήθεια, όπως το λέει και ο Ίδιος: «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή». Πώς τολμάτε λοιπόν να αφήνετε την αλήθεια και να προτιμάτε το ψεύδος; Δεν σκέπτεσθε ότι με τις ψευδολογίες σας αυτές ξεντύνεσθε τον Χριστό, το νέο άνθρωπο, και ενδύεσθε πάλι τον παλαιό που φθείρεται και χάνεται; Δεν ακούτε πως σας συμβουλεύει ο μακάριος απόστολος Παύλος, να μη λέτε ψέματα ο ένας στον άλλον, αλλά να πετάξετε από πάνω σας τον παλαιό άνθρωπο, του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό είναι το ψεύδος, και να ενδυθείτε το νέο, του οποίου ίδιο είναι η αλήθεια; «Μη λέτε ψέματα ο ένας στον άλλον, αφού βγάλατε από πάνω σας τον παλαιό αμαρτωλό εαυτό σας με τις συνήθειες του, και ντυθήκατε τον καινούργιο άνθρωπο, που ανανεώνεται συνεχώς, σύμφωνα με την εικόνα του Δημιουργού του, ώστε με τη νέα ζωή να φθάσει στην τέλεια γνώση του Θεού».

Ο ιερός Χρυσόστομος λέει: Αν κάποιος φοράει καινούργιο φόρεμα, αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό από όλους. Έτσι και σεις, λέει, είσθε Χριστιανοί, επειδή έχετε ενδυθεί, κατά το άγιο Βάπτισμα, τον Χριστό σαν ένα φόρεμα. Αυτό μόνο πρέπει να φροντίζετε να γίνεται φανερό στο περιβάλλον σας με τα έργα και τα λόγια σας και γενικά με όλη σας τη βιοτή. Να γίνεται αντιληπτό δηλαδή ότι το ένδυμα σας είναι ο Χριστός: «Ας ενδυθούμε τον Χριστό», λέει ο ιερός πατέρας, «και ας είμαστε μαζί Του. Διότι εκείνος που φοράει ένα καινούργιο ένδυμα, αυτό γίνεται καταφανές σε όλους τους γύρω του. Ας γίνεται λοιπόν καταφανής ανάμεσα μας με κάθε τρόπο ο Χριστός. Πώς όμως θα γίνει φανερός; Αν πράττουμε πάντοτε όσα Εκείνος επιθυμεί».
v 1. Κάθε είδους ψέμα είναι κακό. Όσοι λένε ψέματα στερούνται τη Βασιλεία του Θεού και δημιουργούν κόλαση για τον εαυτό τους.
Κάθε ψέμα, ό,τι λογής κι αν είναι, με όποιο τρόπο κι αν λέγεται, είναι κακό και ολέθριο. Το ψέμα δεν πρέπει να το φέρνουν στο στόμα τους οι Χριστιανοί, διότι τους γίνεται εύκολα κακή συνήθεια, όπως λέει ο σοφός Σειράχ: «Απόφευγε να λες οποιοδήποτε ψέμα, γιατί αυτή η συνήθεια δεν βγάζει σε καλό». Και σε άλλο σημείο λέει ο ίδιος ο Σειράχ, ότι «ο κλέφτης είναι προτιμότερος από τον επαγγελματία ψεύτη, αλλά και οι δυο βαδίζουν στην καταστροφή και στην απώλεια».
Αν έχει έτσι το πράγμα, πόσο πρέπει να προσέχουν οι Χριστιανοί, ώστε να μη λένε ψέματα, με σκοπό να ξεγελάσουν τον αδελφό τους με δόλο και κακία, όπως το κάνουν συνήθως οι διάφοροι επιστήμονες, οι τεχνίτες και οι επαγγελματίες;
Να, λ.χ. οι γιατροί, πολλές φορές, ιδίως μάλιστα οι άπειροι, οι χειρουργοί ή όσοι παριστάνουν τους γιατρούς, οι κομπογιαννίτες. Όταν υποψιασθούν ότι ο άρρωστος είναι πλούσιος και έχει το πορτοφόλι του γεμάτο, ή ότι είναι απλόχερης και δίνει το χρήμα πλουσιοπάροχα, μεταχειρίζονται το ψέμα σαν βάση και αφορμή κέρδους και πορισμού, λέγοντας στον άρρωστο χίλια ψέματα: «Δεν έχεις τίποτε, αδελφέ, μικρά προβλήματα έχει η υγεία σου, σε λίγο θα είσαι καλά και θα απολαύσεις μια αταλάντευτη κατάσταση υγείας».
…Και μετά, όταν πια, του ταλαίπωρου αυτού αρρώστου, του καταφάνε όλα τα χρήματα και την περιουσία και σταματήσει να τους παρέχει τα μετρητά, τότε αλλάζουν στάση οι σπουδαίοι εκείνοι γιατροί, γίνονται φιλαλήθεις και του λένε τα εντελώς αντίθετα: «Αδελφέ, η αρρώστια σου είναι ανίατη. Η κατάστασή σου δεν έχει γιατρειά. Η θεραπεία σου είναι πάνω από τις δυνατότητες της ιατρικής επιστήμης. Μόνο ο Θεός μπορεί να σε κάνει καλά, στον Οποίο είναι όλα δυνατά και εύκολα, όσα σε μας τους ανθρώπους είναι αδύνατα και δυσκατόρθωτα».
Το ίδιο ψεύδονται και κάποιοι γιατροί στο θέμα των φαρμάκων. Διότι πολλές φορές δίνουν στον άρρωστο ένα ευτελέστατο γιατρικό, φθηνό, και υποστηρίζουν ψευδώς ότι είναι πολύτιμο και αναντικατάστατο. Και στη συνέχεια, ζητούν από το δυστυχή άρρωστο να το πληρώσει πανάκριβα. Μάλιστα, συχνά, για να επιβεβαιώσουν το ψέμα τους, ορκίζονται και γίνονται επίορκοι, χωρίς να έχουν ίχνος φόβου Θεού.

Φοβηθείτε λοιπόν τον Θεό και πάψετε να χρησιμοποιείτε το ψέμα στις σχέσεις σας με τους συνανθρώπους σας, διότι ο Θεός επιτρέπει να αφανίζονται όσοι λένε ψέματα, όπως μας το λέει και ο προφήτης Δαβίδ: «Θα επιτρέψεις να εξολοθρευθούν όσοι λένε ψέματα».
Πράγματι, ο Θεός παραχωρεί να πέσουν σε μεγάλα δεινά και σε διάφορες δυστυχίες όσοι ψεύδονται. Και μάλιστα πολλοί απ’ αυτούς φθάνουν στο σημείο να γίνουν τόσο ταλαίπωροι, ώστε καταντάνε να φοράνε ράκη και κουρέλια από τη φτώχεια τους, όπως βρίσκουμε να αναφέρεται κάτι παρόμοιο και στον προφήτη Ζαχαρία: «Εκείνη την εποχή δεν θα υπερηφανεύονται πια οι προφήτες για τα οράματά τους· θα φοβούνται και θα φορούν τρίχινο και ευτελή μανδύα, επειδή έγιναν ψευδοπροφήτες και εξαπάτησαν τον κόσμο». Και θα γίνει αυτό, γιατί ο Θεός αποστρέφεται και σιχαίνεται αυτόν που λέει ψέματα, καθώς το αναφέρει και ο Σολομώντας: «Βδέλυγμα είναι στον Κύριο τα χείλη που λένε ψέματα». Και διότι, τέλος πάντων, δεν έχουν θέση στη Βασιλεία Του όλοι εκείνοι που αρέσκονται στο να λένε ψέματα, όπως το μαρτυρεί το ιερό βιβλίο της Αποκαλύψεως και το μερίδιο τους θα είναι η λίμνη του πυρός: «Οι δειλοί», λέει, «οι άπιστοι, οι βδελυροί, οι φονιάδες, οι πόρνοι, οι μάγοι, οι ειδωλολάτρες κι όσοι αντιστρατεύονται την αλήθεια και λένε ψέματα, θα έχουν το μερίδιο τους στη λίμνη που καίγεται με φωτιά και θειάφι. Αυτός είναι ο δεύτερος θάνατος».

2. Όσοι λένε ψέματα στις επαγγελματικές τους συναλλαγές, φέρνουν το διάβολο μέσα στην εργασία τους.
Αδελφοί μου, εσείς, από το ένα μέρος παρακαλείτε τον Θεό να είναι παρών και με τη Χάρη Του να ευοδώνει τις εργασίες σας και να ευλογεί τους κόπους των χεριών σας και να αυξάνει τα υπάρχοντα σας και από το άλλο, φέρνετε το διάβολο με τις ψευδολογίες σας μέσα στις εργασίες σας και διώχνετε τον Θεό. Διότι, όπου το ψέμα επικρατεί και λέγεται ασύστολα, από εκεί φεύγει ο Θεός, ο Οποίος μισεί το ψεύδος και έρχεται ο διάβολος, ο πατέρας του ψεύδους. Στην εργασία όμως και στο επάγγελμα, από το όποιο αποδιώκεται ο Θεός και διαφεντεύει ο διάβολος, τι ευλογία ή τι καλό μπορεί να ακολουθήσει; Οπωσδήποτε κανένα. Καί όχι μόνο δεν μπορεί να επέλθει εκεί κανένα καλό, αλλά κατάρα και δυστυχία και κάθε μορφή κακού θα επικρατήσει.
Έπειτα συλλογισθείτε και τούτο: Αν μια φορά φανείτε ψεύτες στις συναλλαγές σας, μετά, και αλήθεια να λέτε, κανείς πια δεν θα σας πιστεύει, καθώς το λέει και ο ιερός Χρυσόστομος : «Μην αποδείξεις στο φίλο σου πως δεν είσαι άξιος της εμπιστοσύνης του, με το να του λες ψέματα, γιατί και όταν θα λες την αλήθεια δεν θα σε πιστεύει. Διότι αυτός που θα πιαστεί να λέει ψέματα σε μια υπόθεση, δεν θα τον πιστέψουν ποτέ, έστω κι αν χρησιμοποιεί κατά κόρον την αλήθεια».
Γι’ αυτό, αδελφοί μου, για να μη λέτε ψέματα, όταν λ.χ. έρχονται πολλοί ενδιαφερόμενοι και σας ζητούν να αναλάβετε να τους εξυπηρετήσετε, μη δίνετε σε όλους υποσχέσεις που θα αποδειχθούν σε λίγο ψεύτικες, αλλά φερθείτε με ειλικρίνεια και στείλτε όσους δεν προλαβαίνετε να τους εξυπηρετήσετε σε άλλους συντεχνίτες σας. Διότι, επειδή δεν έχετε τη δυνατότητα να φυλάξετε τις υποσχέσεις που δίνετε, αποδεικνύεσθε ψεύτες και σκανδαλίζετε τους ανθρώπους που σας εμπιστεύονται. Κι αν σας ενοχλεί ο λογισμός σας και σας λέει ότι έτσι χάνετε τον πελάτη σας, μην τον ακούτε αυτό το λογισμό, αλλά να επιρρίπτετε την ελπίδα σας στον Θεό και Εκείνος θα σας στείλει άλλους πελάτες, όταν θα τους έχετε ανάγκη.

3. Πόσο κακό πράγμα είναι η δόλια συμπεριφορά και ότι δεν είναι σωστό οι διάφοροι επαγγελματίες να χρησιμοποιούν το δόλο στις συναλλαγές τους, διότι η δολιότητα είναι μισητή στον Θεό.
Προσέχετε, αδελφοί μου, να μη μεταχειρίζεσθε το δόλο στις εργασίες σας και στις τέχνες σας, γιατί ο Θεός αποστρέφεται και απεχθάνεται τον δόλιο άνθρωπο, κατά τον Δαβίδ, ο οποίος λέει: «Όλους τους ψεύτες, Κύριε, τους εξόντωσες· αιμοχαρείς και ύπουλους ο Κύριος τους απεχθάνεται».
Δολιότητα είναι το να βάζει λ.χ. ο γεωργός σιτάρι ή αλεύρι καλό και καθαρό στο πάνω μέρος του σακιού, για να εξαπατήσει τους αγοραστές, ενώ στο κάτω μέρος έχει βάλει άμμο, άχυρα, κεχρί και άλλα παρόμοια.
Δολιότητα είναι το να στολίζει τα υποδεέστερα υφάσματα ο υφαντουργός και το να στιλβώνει τα κακής ποιότητας δέρματα ο υποδηματοποιός, για να ξεγελάσει τους ανθρώπους να τα αγοράσουν.
Δολιότητα είναι το να έχει ο πραγματευτής και ο έμπορος ζυγαριά δόλια και δυο λογιών μέτρα· μικρότερα όταν πουλάει και μεγαλύτερα όταν αγοράζει.
Δολιότητα είναι το να βάζετε εξωτερικά και επιφανειακά σε κάθε πράγμα που πρόκειται να πουληθεί μόστρα καλή και μέσα το πράγμα να μην είναι καλό. Το να βρέχετε το σιτάρι, για να είναι πιο βαρύ στο ζύγι και να το ανακατεύετε με ρύζι και αλάτι.
Δολιότητα είναι το να έχουν λ.χ. οι σαράφηδες (αργυραμοιβοί) κρυμμένο μικρό μασούρι στο στόμα τους και μ’ αυτό να φυσάνε το ένα μέρος της ζυγαριάς, για να βαρύνει, όταν ζυγίζουν τα νομίσματα, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ο νοικοκύρης που είναι παρών και βλέπει.
Δολιότητα είναι το να ανακατεύουν οι οινοπώλες, οι κάπηλοι και οι μπακάληδες το κρασί και το μέλι με το νερό. Το λάδι με το κολοκύθι. Το καθαρό κερί και το βούτυρο με το ξύγγι. Και γενικά σε όλα τα είδη που εμπορεύονται να σμίγουν τα καλά με τα κακά, τα ακριβά με τα τιποτένια.
Αλλά που μπορώ εγώ να απαριθμήσω τις τόσες και τόσες δολιότητες που μεταχειρίζεται ο κάθε επαγγελματίας, για να ξεγελάσει τον άλλον; Ούτε ο ίδιος ο διάβολος δεν μπορεί να επινοήσει αυτού του είδους τις δολιότητες που επινοούν οι ειδικοί για το κάθε επάγγελμα.
Τούτο μόνο θα πω σαν γενικό συμπέρασμα: Δολιότητα είναι κάθε εργασία ψευδής και κάθε υποκριτική και ψεύτικη συμπεριφορά που μεταχειρίζονται -ποιοι άλλοι;- οι κάθε είδους επαγγελματίες για να ξεγελάσουν τους προμηθευτές και να πάρουν τα χρήματά τους.
Τα χρήματα όμως αυτά είναι μισητά και σιχαμερά και ακάθαρτα μπροστά στον Θεό. Παρόμοια είναι ακάθαρτοι και βδελυκτοί και όσοι κάνουν αυτές τις δολιότητες. Γι’ αυτό ο Σολομώντας λέει: «Τη ζυγαριά που κλέβει τη μισεί ο Κύριος, ενώ το ζύγι το σωστό Τον ευχαριστεί».
Και σε άλλο σημείο επίσης λέει: «Τα λειψά τα ζύγια ο Κύριος τα απεχθάνεται κι η πλάστιγγα η ψεύτικη πράγμα καλό δεν είναι». Και σε άλλο χωρίο: «Ζύγια λειψά και ψεύτικα μέτρα, είναι και τα δυο στον Κύριο μισητά».
Γι’ αυτό προστάζει ο Κύριος στο Λευιτικό να είναι ο καθένας ακριβοδίκαιος στα ζύγια του και στις συναλλαγές του: «Μην αδικείτε κανέναν στις δίκες· μην εξαπατάτε τους άλλους, χρησιμοποιώντας λειψά μέτρα βάρους και όγκου». Και στο Δευτερονόμιο: «Στο σακί σου δεν θα έχεις δύο ειδών σταθμά, ένα μεγάλο για να αγοράζεις κι ένα μικρό, για να πουλάς. Θα έχεις σωστά και ακριβή σταθμά, για να ζήσεις πολλά χρόνια στη χώρα που σε τοποθέτησε ο Κύριος, ο Θεός σου».
Τι κάνετε δύστυχοι, αδελφοί μου, τεχνίτες, κάπηλοι και έμποροι; Χρησιμοποιείτε το δόλο για να εξαπατήσετε τον αδελφό σας; Και δεν ακούσατε πως ο Θεός προστάζει στην Παλαιά Διαθήκη να μη δολιεύεται κανείς τους συνανθρώπους του; «Μην τριγυρνάς», λέει, «και σκορπάς ψευτιές και συκοφαντίες στους συμπατριώτες σου, ούτε να σηκώνεσαι στη δίκη να μιλάς εναντίον του συμπολίτη σου, όταν κινδυνεύει να καταδικασθεί σε θάνατο. Εγώ είμαι ο Κύριος».
Κι αν ο Θεός εμπόδισε τους Εβραίους -που ήταν αρχάριοι πνευματικά σαν νήπια- να μεταχειρίζονται δολιότητες στις σχέσεις τους με τους αδελφούς τους, πόσο μάλλον εμποδίζει εσάς, τους Χριστιανούς να πέφτετε σε δόλο; Εσάς τους Χριστιανούς που είσθε τέκνα του Ευαγγελίου και έχετε φθάσει σε πιο ώριμη πνευματική κατάσταση «στην τελειότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός»; Περιπλέκεσθε σε δολιότητες και δεν ακούτε τον προφήτη Δαβίδ που λέει ότι ο Θεός παραχωρεί να περιπέσουν σε πολλά κακά και σε απίστευτες δυστυχίες εκείνοι που δολιεύονται τον πλησίον τους: «Ευτυχούν τώρα», λέει ο Ψαλμωδός, «αλλά για τις δολιότητές τους θα παραχωρήσεις να πέσουν σε πολλά βάσανα».

Δεν ακούτε πως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι «όπως είναι το φαρμάκι στο φίδι, είναι στον άνθρωπο ο δόλος»; Δεν ακούτε πως εξολοθρεύει ο Κύριος τα χείλη εκείνα που ξεστομίζουν δολιότητες; «Ας καταστρέψει», λέει ο Ψαλμωδός, «ο Κύριος κάθε στόμα που απατά, με δόλια συμπεριφορά και απατηλά λόγια, τις γλώσσες των διπρόσωπων ανθρώπων».
Αχ, και πως το βαστάει η καρδιά σας, αδελφοί, να δολιεύεσθε τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους! Πως το υπομένει η ψυχή σας να γελάτε τις χήρες και τα ορφανά και να τους παίρνετε τα χρήματα τους και το ψωμί τους, αυτό το λιγοστό που έχουν για να ζήσουν; Και αυτοί μεν έρχονται οι ταλαίπωροι να αγοράσουν από σας με εμπιστοσύνη, νομίζοντας πως είσθε έμπιστοι αδελφοί τους, πως είσθε άδολοι και Χριστιανοί που ευλαβούνται και σέβονται τον Θεό. Εσείς όμως, το αντίθετο, αποδεικνύεσθε γι’ αυτούς άπιστοι και ανάξιοι της εμπιστοσύνης τους. Δόλιοι και όχι άδολοι. Εχθροί και όχι αδελφοί. Τους μιλάτε με φιλικό τρόπο και κρύβετε μέσα σας δόλια καρδιά, σύμφωνα με το λόγιο της Αγίας Γραφής: «Δοχείο πήλινο, επιχρισμένο με ασημένιο κράμα, είναι τα λόγια τα θερμά από κακή καρδιά». Στη φωνή είσθε Ιακώβ και στα χέρια είσθε δασύς και τριχωτός, όπως ο Ησαύ. Άλλοι φαίνεσθε στην όψη και άλλοι είσθε στην ουσία. Είσθε σαν τις πέτρες που είναι κρυμμένες στη θάλασσα, οι όποιες με την πρώτη εντύπωση φαίνονται πως δεν είναι επικίνδυνες, όταν όμως πλησιάσουν τα πλοία, προσκρούουν, συντρίβονται και καταποντίζονται.

4. Ο Θεός επιτρέπει να παιδεύονται οι δόλιοι.
Και είναι, αδελφοί μου, πράγματα αυτά να τα κάνουν οι Χριστιανοί; Οι Χριστιανοί, οι μαθητές του Ιησού Χριστού, του πιστού, του άδολου, του αναμάρτητου, «στου Οποίου το στόμα δεν βρέθηκε δόλος»; Ω ψυχή μου φρίξε για την αμαρτία αυτή! Γι’ αυτό είναι πρέπον να ονομάσει κανείς αυτούς τους τεχνίτες, ψευδοτεχνίτες και δόλιους επαγγελματιές, καθώς ονομάζει, ο απόστολος Παύλος τους απατεώνες εκείνους, που παρίσταναν τους αποστόλους, ψευδοαποστόλους: «Αυτοί στην πραγματικότητα», λέει, «είναι ψευδαπόστολοι, απατεώνες, που μεταμφιέζονται σε αποστόλους του Χριστού».
Θα ήταν, πράγματι, πολύ σωστό και επιτυχημένο, να παρομοιάσει κανείς τους σημερινούς επαγγελματίες, τεχνίτες κλπ. με τους παλαιούς προσκυνητές των ειδώλων. Διότι, καθώς εκείνοι ήταν γεμάτοι δόλο και κλεψιά, όπως λέει ο Σολομώντας – «όλα είναι ανακατεμένα· αιματοχυσίες και φόνοι, κλεψιές και απάτες, διαφθορές, απιστίες, αναταραχές, ψευδορκίες, διωγμός των φιλήσυχων ανθρώπων, αχαριστία, μολυσμός των ψυχών, γενετήσιες διαστροφές, διαλύσεις γάμων, μοιχείες, ακολασία» -έτσι και όλοι οι τωρινοί επαγγελματίες είναι γεμάτοι δολιότητες.
Γι’ αυτό, τέλος πάντων, είναι δίκαιο και ο Θεός να μη μακροθυμήσει πια για πολύν καιρό, ούτε να υπομείνει άλλο τους δόλιους ανθρώπους, αλλά να αποσύρει τη Χάρη Του, για να παιδευθούν, καθώς το λέει ο Ίδιος με το στόμα του προφήτη Ιερεμία: «Συνήθισαν τη γλώσσα τους στο ψέμα και έχουν τόσο πολύ αναμειχθεί με το κακό, ώστε είναι ανήμποροι πια να ξεφύγουν. Η μια καταπίεση διαδέχεται την άλλη, κι η μια άπατη ακολουθεί την άλλη και αρνούνται να με γνωρίσουν. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος του Σύμπαντος: Στο χωνευτήρι θα τους βάλω, σαν το μέταλλο, και θα τους δοκιμάσω. Ο λαός μου έχει πράξει το κακό. Τι άλλο μπορώ γι’ αυτούς να κάνω; Είναι η γλώσσα τους θανατηφόρο βέλος· το στόμα τους λέει ψέματα. Καθένας λέει στον διπλανό του λόγια φιλικά και μέσα στην καρδιά του, μυστικά, παγίδα του ετοιμάζει. Για όλα αυτά δεν θα τους τιμωρήσω; λέει ο Κύριος· δεν θα εκδικηθώ ένα τέτοιο έθνος;».

5. Όσοι δεν χρησιμοποιούν το δόλο στις συναλλαγές τους, θα συναριθμηθούν με τους δίκαιους.
Γι’ αυτό, αδελφοί μου, για να μην παραδοθείτε κι εσείς στη δίκαιη παιδεία του Θεού, παραιτηθείτε από κάθε κακία και κάθε είδους υποκρισία. Και ούτε λόγια δόλια και απατηλά να λαλείτε, για να προσελκύσετε στην εργασία σας τους διάφορους προμηθευτές και αγοραστές, ούτε στην πράξη να μεταχειρίζεστε τη δολιότητα. Αλλά, σαν άκακα βρέφη και ως αληθινοί Χριστιανοί, να ποθήσετε το άδολο και λογικό γάλα. Να συμπεριφέρεσθε με απλότητα, να εργάζεσθε με απλότητα, να πουλάτε και να αγοράζετε με απλότητα και καθαρή καρδιά το εμπόρευμά σας. Έτσι σας προτρέπει να κάνετε και ο κορυφαίος απόστολος Πέτρος στην Επιστολή του: «Πετάξτε από πάνω σας», λέει, «κάθε είδους κακία, κάθε δολιότητα, υποκρισία, φθόνο και κάθε είδους κακογλωσσιά. Σαν τα νεογέννητα βρέφη, να λαχταράτε το λογικό γάλα, για να αυξηθείτε πνευματικά και να ολοκληρώσετε τη σωτηρία σας».

Αν συμπεριφέρεσθε με αυτό τον τρόπο, όχι μόνο εδώ θα έχετε την ευλογία του Θεού σε ό,τι επαγγέλλεσθε, αλλά και εκεί, στην αιώνια ζωή, θα συναριθμηθείτε με τους δίκαιους εκείνους, στων οποίων το στόμα δεν βρέθηκε δολιότητα, όπως γράφει και η Αποκάλυψη: «Είναι εκείνοι που ακολουθούν το Αρνίο, όπου κι αν πάει. Απ’ όλη την ανθρωπότητα αυτοί έχουν λυτρωθεί ως πρώτη προσφορά στον Θεό και στο Αρνίο. Δεν ακούστηκε από το στόμα τους κανένα ψέμα ούτε κατηγορούνται για κάποιο δόλο, είναι αψεγάδιαστοι». Έτσι, θα βρείτε παρρησία ενώπιον του Θεού, μπροστά στον Οποίο δεν μπορεί να σταθεί κανένας άνθρωπος που διακατέχεται από δόλο, όπως λέει ο Ιώβ: «Κανένας άνομος και δόλιος άνθρωπος δεν τολμά να παρασταθεί ενώπιον Αυτού».

"Χρηστοήθεια", σελ. 150 κ. εξ. Εκδ. Σωτ. Σχοινά, εν Βόλω 1957, Λόγος προς τους ιατρούς, τεχνίτες, εμπόρους, κλπ. επαγγελματίες

"Το ψέμα και η δολιότητα", Εκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» , Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2007 σ. 37-55.


Πηγή ηλ. κειμένου: vatopaidi.wordpress.com

Τοῦτό ἐστι τὸ καύχημα ἡμῶν,ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ





Τοῦτό ἐστι τὸ καύχημα ἡμῶν, ἡ πίστις ἡμῶν. Μετὰ ταύτης Θεῷ
παραστῆναι ἐλπίζομεν καὶ τῶν ἡμαρτημένων λαβεῖν ἄφεσιν.
Ταύτης δὲ ἄνευ, οὐκ οἶδα ποία δικαιοσύνη τῆς αἰωνίου
κολάσεως ἡμᾶς λυτρώσεται. Ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός

Θερμή προειδοποίηση ΚΑΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ





Θερμή προειδοποίηση
Ἄκουσε σὺ ὅπου περνᾶς,
μ᾿ ἀγέρωχο τὸ βῆμα
καὶ γράψε ὅ,τι θὰ σοῦ πεῖ
φωνὴ ἀπὸ τὸ μνῆμα.

Ἡ θύρα ποὺ ἀντικρύζομεν
ὅταν θὰ γεννηθοῦμε
εἶναι τοῦ τάφου καὶ χωρεῖ
ὅσους καὶ ἂν θὰ μποῦμε.

Ἐκεῖ θὰ μποῦνε βασιλεῖς,
ἄρχοντες, μεγιστᾶνες,
ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς,
ὡς καὶ Πατριαρχᾶδες.

Λόγο διὰ νὰ δώσουμε
διὰ τὰ πεπραγμένα
ὅσα δὲν ἔλυσαν στὴ γῆ
κατὰ τὰ γεγραμμένα.

Ὅσο γιὰ κεῖ τὸ ξεύρομεν
τὸ τί μᾶς περιμένει
ἐὰν κατάλληλον στολὴν
δὲν εἴμαστε ντυμένοι.

Δῶ μέσα γύρισε νὰ ῾δῇς
καὶ πὲς ὅτι γνωρίζεις
τὸν πλούσιο ἀπ᾿ τὸν φτωχό,
ἐὰν τοὺς ξεχωρίζεις.

Χῶμα ὅλοι θὰ γίνωμεν
καὶ τῶν σκωλήκων βρῶμα
ἡ γῆ ὅπου πατούσαμεν
μᾶς εἶναι τώρα στρῶμα.

Ὅλους μᾶς πῆρε ὁ θάνατος
πρίγκηπες, βασιλιᾶδες
ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς
ὡς καὶ Πατριαρχᾶδες.

Δι᾿ ὅλου μὴν ὀλιγορεῖς
ἐκεῖ θὰ καταντήσεις
καὶ λάβε το ὑπ᾿ ὄψιν σου
προτοῦ μετανοήσῃς.

Ὡς εἶσαι, ἤμουνα καὶ γὼ
καὶ ὡς εἶμ᾿ ἐγὼ θὰ γίνεις
χωρὶς ποτὲ νὰ δυνηθεῖς
ὅπως τὸ ἀποφύγεις.

Ὅπως ὅλους, θὰ σὲ φέρουνε
ἄψυχο τὰ παιδιά σου
καὶ ἀπ᾿ τὴν γῆ θὰ βγάλουνε
μόνον τὰ κόκκαλά σου.

Τὸ σῶμα μας εἶναι φθαρτὸ
στὸ χῶμα θὲ νὰ λειώσει,
μὰ τὴν ψυχὴ πού ᾿ναι ἄφθαρτη
ποὺ θὰ τὴν παραδώσεις;

Δὲν τελειώνουν ὡς ἐδῶ
ὡς οἱ μωροὶ δοκοῦνε,
εἰς τὴν αἰωνιότητα
θὲ νὰ συνεχισθοῦνε.

Ἀπὸ ἐτούτη τὴ ζωὴ
στὴν ἄλλη θὰ περάσεις,
οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο σὲ σὲ
ἂν δεὲν μετανοήσεις.

Ἂν πᾶς ἐκεῖ χωρὶς στολή,
οὐαὶ κι ἀλλοίμονό σου
μὲ τὰ ἐρίφια θὰ ταχθεῖς
κι ἂς εἶν᾿ πρὸ ὀφθαλμόν σου.

Ἄνθρωπε ματαιόδοξε
τὴν ματαιοδοξία
μαζὶ τὴν ἐκουβάλησες,
ἀκόμα καὶ στὸ μνῆμα.

Ἔστησες ἀπὸ πάνω σου
βουνὰ πελεκημένα
μάρμαρα τοῦ Πεντελικοῦ
στὸν τόρνο περασμένα.

Ἐνῶ ὑπάρχουνε φτωχοὶ
ὑπάρχουν πεινασμένοι,
κατάδικοι καὶ ἄρρωστοι
τόσο δυστυχισμένοι.


ποὺ μὲ τὰ χρήματα αὐτὰ
θὰ ἦσαν χορτασμένοι.

Ἐὰν ὁ δίκαιος κριτὴς
σ᾿ αὐτὰ σὲ ἐρωτήσει
εσὺ ὁ ἀπερίγραπτος
τί θὰ τοῦ ἀπαντήσεις;

Οἱ πύργοι τ᾿ ἀγροκτήματα
οἱ πολυκατοικίες
ἐὰν δὲν χαρισθοῦν καλῶς
γεμίζουνε κακίες.

Οἱ λίρες τὰ δολλάρια
ἀντάλλαγμα δὲν εἶναι,
γιὰ τὴν ψυχὴν τοῦ χριστιανοῦ
ἀντάλαγμα δὲν εἶναι.

Μὲ λίρες καὶ δολλάρια
ψυχὴ δὲν ξαγοράζεις
καὶ εἰς τὴν ἄλλη τὴν ζωὴν
μάταια θὰ φωνάζεις.

Στὴν κόλαση θὰ βρίσκεσαι
χωρὶς καμμίαν ἐλπίδαν
ἡ γλῶσσα σου νὰ δροσισθεῖ
ἔστω καὶ μὲ ρανίδα.

Νεκροκεφαλή



Ὦ πές μου νεκροκεφαλή, καὶ σὺ μίαν ἡμέραν
δὲν ἔπνεες τῆς φύσεως τὸν καθαρὸν ἀέραν;Δὲν εἶχες πνεῦμα καὶ ἐσὺ ποτὲ δὲν ὁμιλοῦσες;
δὲν τραγουδοῦσες στὴ χαρά, στὴ λύπη δὲν θρηνοῦσες;
Τί ἔγιναν τὰ κάλλη σου ποὺ εἶν᾿ τὰ χρήματά σου;
τοῦ βίου σου αἱ ἡδοναὶ ἡ μαγικὴ χαρά σου;
Ποὖναι τὸ μέλλον τῆς ζωῆς ποῦνε ἡ εὐτυχία;
ποῦνε αἱ δόξαι, αἱ τιμαὶ ποῦ τὰ μεγαλεῖα;
Ποῦνε ἡ περηφάνεια καὶ ἡ εὐδαιμονία;
τῶν κερδοσκόπων τ᾿ ἀγαθὰ ποὺ πάντα μ᾿ ἀτιμία,
μὲ φθόνους, μὲ διαβολάς, μὲ πάθη καὶ μὲ μίση,
νομίζει ἕκαστος αὐτὴν τὴν γῆν νὰ κατακτήση;
Ποὖναι τῶν πλουσίων ὁ χορὸς καὶ τῶν πτωχῶν ἡ γύρα,
ποὖν᾿ ἡ ἀδαμαντοστόλιστος βασιλικὴ πορφύρα;
Ὦ πές μου νεκροκεφαλή, τί ἦσο ὅταν ζοῦσες;
πές μου μὲ ποῖα ὄνειρα στὸν κόσμον ἐπετοῦσες;
Καὶ ὅμως τί κατάλαβες ὅτ᾿ εἶδες στὴν ζωήν σου;
εὐχαριστήθηκε ποτὲ στὸν κόσμον ἡ ψυχή σου;
Δὲν ἦσαν ὅλα μάταια μ᾿ ἀβάσιμες ἐλπίδες;
Ἐσκέφθης νεκροκεφαλὴ προτοῦ ριφθῆς στὸ μνῆμα
ὅταν διέπραττες κακῶς τὸ φοβερὸν τὸ κρίμα;
Ἐσκέφθης, τί θὰ πῆ τιμὴ καὶ ὄχι ἀτιμία;
ἔζησες μὲ τὴν ἀρετή, καὶ ὄχι μ᾿ ἁμαρτία;
Γιατὶ ἐδῶ εἰς τὴν ζωὴν τ᾿ ἀγριεμένο μνῆμα,
ὅπου ἀχόρταγα ρουφᾶ τοῦ κόσμου μας τὸ κῦμα;
Κανένας δὲν τὸ σκέπτεται πῶς θὰ βρεθῆ μπροστά του,
νἄχῃ τὸ στόμα ἀνοικτὸ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου.
Αὐτὸ ποὺ αἰώνια ρουφᾶ ἀνθρώπινα κουφάρια,
καὶ μᾶς ἀφήν᾿ ὀπίσω του ἀνθρώπινα λιθάρια;
Σβήνει τὴν κάθ᾿ ἐλπίδα μας τὴ δόλια τὴ χαρά μας,
καὶ δόλια ποτίζεται ἀπὸ τὰ δάκρυά μας.
Γι᾿ αὐτὸ ὅταν πηγαίνετε εἰς τὰ νεκροταφεῖα
νὰ ρίχνετε θερμὴ ματιὰ ἐπάνω στὰ μνημεῖα.
Τὰ γράμματα διαβάζετε τὸν ἄνθρωπον σκεφθῆτε,
πῶς ἦταν καὶ τί ἔγινε κι εὐθὺς μετανοεῖτε.
Ὅλα αὐτὰ τὰ μνήματα κρατοῦν χρυσοῦν βιβλίο
καὶ μᾶς δεικνύουν τοῦ Θεοῦ τὸ οὐράνιο μεγαλεῖο.
Ἰδοὺ μᾶς λέγουν τί ἐστὶ στὸν κόσμον ἀνθρωπότης,
τὰ πάντα εἶναι μάταια τὰ πάντα ματαιότης.
Σκεφθῆτε ὅτι ἄνθρωπος πάντα στὸ μνῆμα σβύνει,
μόνον τὰς ἀναμνήσεις του εἰς τὴν ζωὴν ἀφήνει.
Βρῶμα σκωλήκων γίνεται τὸ σῶμα του στὸ χῶμα,
μόν᾿ ἡ ψυχή του σώζεται εἰς τ᾿ οὐρανοῦ τὸ δῶμα.
Καὶ σώζεται, ὅταν κανεὶς εἰς τὴν ζωὴν γνωρίζει,
τιμὴν καὶ δόξαν κι ἀρετὴν κι ὅτι ἀγαθὸν βαδίζει.
Κι ἂν σφάλλη εἰς τὸν βίον του κι εὐθὺς μετανοήση,
τότε ἡ ψυχή του τ᾿ οὐρανοῦ τὸ δῶμα θὰ κερδίση.
Τέλος καὶ τῷ Θεῷ Δόξα.

Μνήμη Θανάτου (Λαϊκὴ Παράδοση)



Τί μὲ κοιτὰζεις ἄνθρωπε; κἀγὼ ἄνθρωπος ἤμην,
κι ἀπό ὁμοίαν ὡς καὶ σύ, ἤμην πλασμένος ζύμην.Κἀγὼ ὑπῆρχον ἄλλοτε, ὅ,τι καὶ σύ ῾σαι τώρα,
καὶ σὺ ὡς εἶμαι τώρα γώ, νὰ γίνῃς θά ῾λθῃ ὥρα.
Τὸ δρέπανόν του τὸ βαρὺ ὁ θάνατος συστρέφει,
μικρούς, μεγάλους πάντοτε, θερίζει, καταστρέφει.
Τὴν ἡλικίαν, τίτλους καὶ εὐγένειαν δὲν βλέπει,
καὶ τὴν σκληράν τ᾿ ἀπόφασιν, ποσῶς δὲν μετατρέπει.
Τὸ σκῆπτρον, τὸ διὰδημα, τὴν μεγαλοφυΐαν,
εἰς τοῦ τάφου τὴν ισότητα, τὰ ῥίπτει μ᾿ ἀσπλαχνίαν.
Καὶ πλούσιον καὶ πένητα, ἄρχοντα, στρατιώτην,
εἰς τάφου φυλακήν στενήν τὸν καθιστᾷ δεσμῶτην.
Ὅμως μετὰ τὸν θάνατον ὑπάρχει κόσμος ἄλλος,
ἐκ᾿ εἶναι τίτλος καὶ βαθμός, ἐκεῖ πλοῦτος μεγάλος.
Χρυσεστεμμέν᾿ ἡ ἀρετὴ μ᾿ ἀθάνατον βραϐεῖον,
μακαριότης ἄπαυστος μακρὰν ἀπὸ δακρύων.
Λοιπὸν εἰς τὴν χώραν τ᾿ Οὐρανοῦ ἂν θὲλῃς σὺ νὰ φθάσῃς,
Εὐαγγελίου τὴν ὁδὸν φρόντισον νὰ περάσῃς.

Ἡ γῆ ἅπασα ἓν μνῆμα, καὶ ὁ κόσμος εἶν᾿ ἓν θῦμα, νεκροθάπτης ὁ καιρός.
Ὡς εἰς τὸν βράχον θραύεται τὸ ἓν μετ᾿ ἄλλο κῦμα,
αἱ γενεαὶ παρέρχονται καὶ σπῶσιν εἰς τὸ μνῆμα
Καὶ ὁ ἀνεμοστρόϐιλος γοργὸς περνᾷ τῶν χρόνων,
καὶ τὴν σκηνήν τοῦ σύμπαντος ὁ θάνατος σαρώνων.

... ἀθάνατος ὑψοῦται,
κ᾿ ἡ γῆ ἓν κοιμητήριον Ἰωασαφὰτ ἁπλοῦται...
Στρέφει ὁ κόσμος ἄπαυστα κ᾿ εἰς κάθε γύρισμά του
ἕνα κρημνίζει ἀπ᾿ ἐδῶ, κι᾿ ἄλλον ἐκεῖ σηκώνει·
κι᾿ ἐκεῖνος ποὺ σηκώνεται πατεῖ τὸν ἀποκάτου,
καὶ λησμονεῖ ὅτι κι᾿ αυτόν θὰ τὸν πατήσουν σκόνη.

Ἅνθρωπε ὑπερήφανε σταμάτησε τὸ βῆμα,
καὶ μετὰ προσοχῆς πολλῆς θεώρησον τὸ μνῆμα.
Πῶς δέχεται τὸ εὔθαρτον καὶ ἄχαρόν σου σῶμα,
ποὺ χῶμα ἦτον πρώτερον καὶ θὲ νὰ γίνῃ χῶμα.

Ματαιότης Ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης,
ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον.
Τὸ ἄνθος μαραίνεται, τὸ φύλλο ξεραίνεται, ὁ κόσμος περνᾷ.
Καὶ μόνος ὁ θάνατος ὑπάρχει ἀθάνατος, αὐτός δὲν γερνᾷ.

Ματαιότης ματαιοτήτων


Ἂν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ξεσκεπάζαμε μία πλάκα ἑνὸς εὐπρεπεστάτου τάφου
καὶ βρισκόταν κάποιος νὰ μᾶς ὁμιλήσῃ ἡ πρώτη λέξις ποὺ θὰ ἔβγαζε θὰ ἦτο ματαιότης.
Καὶ θὰ ἔλεγε:

Ἄνθρωπε στάσου δυὸ λεπτὰ καὶ πρόσεξε καὶ μένα
θὰ σοῦ μιλήσω συμβουλὲς ποὺ εἶναι καλὲς γιὰ σένα.
Μὲ βλέπεις κόκκαλο γυμνό, μὰ δίχως φαντασία
καὶ λὲς δὲν ἤμουν τίποτα δὲν δίδεις σημασία.
Μὰ κάποτε στὰ χρόνια μου εἶχα κι ἐγὼ τὸ κάλλος
καὶ βάδιζα περήφανος σὰν φουσκωμένος γάλος.
Κι εἶχα κι ἐγὼ τὴ δόξα μου, σοφία τοῦ Σωκράτη,
τοῦ Ἡρακλῆ τὴ δύναμη, φήμη πολὺ στὰ Κράτη.
Εἶχα μαλλιὰ μεταξωτὰ καὶ μάγουλα σὰν μῆλο
καὶ φρύδια ποὺ δὲν βρίσκονταν σὰν τῆς ἐλιᾶς τὸ φύλλο.
Εἶχα καρδιὰ τοῦ λέοντος καὶ μπράτσα σιδερένια,
ἀκούραστα τὰ πόδια μου καὶ στήθη μαρμαρένια.
Εἶχα τὴ γλῶσσα τ᾿ ἀηδονιοῦ, μάτια μεγάλα μαῦρα
καὶ μερικοὶ μοῦ λέγανε ὅλα μαζὶ ποὺ ταῦρα.
Γι᾿ αὐτὸ χαιρόμουνα πολὺ πὼς ἤμουν γῆς ὁ φάρος
καὶ μὲ τὸ νοῦ λογάριαζα πὼς δὲν ὑπάρχει χάρος.
Μὰ πότε δὲν κατάλαβα περάσανε τὰ χρόνια
καὶ φύγανε τὰ νιάτα μου σὰν τοῦ σπιτιοῦ τὰ χιόνια.
Τὸ γλέντι κι ὅλες οἱ χαρὲς περνᾶνε στὸν ἀέρα
κι ὅλη ἡ ζωὴ μοῦ φάνηκε σὰ νἄτανε μιὰ μέρα.
Σὰν ἔνοιωσα γεράματα θυμᾶμαι τὰ παλιά μου,
μοῦ φάνηκε παράξενο π᾿ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου.
Τὸ φῶς ἀπὸ τὰ μάτια μου μικραίνει, λιγοστεύει
κι ὁ νοῦς μου πὼς ἐγήρασα ἀκόμη δὲν πιστεύει.
Τὰ πόδια μου ἀδυνάτισαν, τὰ χέρια δὲν κινοῦνται
τὰ δόντια μου χαλάσανε κι αὐτὰ παραπονοῦνται.
Κατάλαβα τὸν θάνατο, σὲ λίγο τελειώνω
καὶ τότε βάζω μιὰ φωνὴ μὲ κλάματα καὶ πόνο.
Ποιὸς μάγος φέρνει τὴ ζωὴ καὶ ποιὸ γιατρὸ νὰ πάρω
καὶ ποιὸς μπορεῖ καὶ δύναται ποὺ νὰ νικᾶ τὸ χάρο;
Θὰ τοῦ χαρίσω κτήματα καὶ λίρες ὅσες θέλει
ἀρκεῖ τοῦ χάρου τὸ σπαθὶ νὰ σπάσῃ καὶ τὰ βέλη.
Κανεὶς δὲν μ᾿ ἀποκρίθηκε κανεὶς δὲν μοὖπε ξέρει
νὰ μοῦ γλυτώσῃ τὴ ζωὴ καὶ νειᾶτα νὰ μοῦ φέρη.
Λοιπὸν μιὰ μέρα τ᾿ Ἀπριλιοῦ χωρὶς νὰ περιμένω
κάποιος χτυπᾶ τὴν πόρτα μου μὲ τρόπο ἀγριεμένο.
Ἦταν ψηλὸς κατάμαυρος. Φωνάζω. Τί νὰ κάνω;
Καὶ μὲ φωνὴ ποὺ τρόμαζε, μοῦ λέει σήκ᾿ ἀπάνω.
Μοῦ ξέσχισε τὰ σπλάχνα μου καὶ πῆρε τὴν ψυχή μου
κι ἀμέσως πᾶν τὰ πλούτη μου μαζὶ μὲ τὴν στολήν μου.
Καὶ τώρα τὰ χωράφια ποῦ πᾶν καὶ τὰ παλάτια;
Τὰ ρόδινα τὰ μάγουλα, ἡ γλῶσσα καὶ τὰ μάτια;
Σκουλήκια φάγαν τὸ κορμί, τὴν ὀμορφιά, τὸ σῶμα,
ἀφοῦ μὲ λάσπη γίναμε, γενῆκαν πάλιν χῶμα.
Οἱ φίλοι καὶ οἱ συγγενεῖς δὲν θέλω νὰ μὲ κλαῖνε,
θέλω κερὶ μνημόσυνο «Συγχώρησε» νὰ λένε.
Ὅπως μὲ βλέπεις ἄνθρωπε καὶ σὺ θὰ καταντήσης,
γι᾿ αὐτὸ στὴν πρόσκαιρη ζωὴ μὴ λὲς νὰ καζαντήσῃς.
Ὅταν γηράσω νὰ μὴ λὲς θὰ κάνω καλωσύνες,
τότε θὰ πάω στὴν Ἐκκλησιὰ πολλὲς ἐλεημοσύνες.
Ὁ χάρος εἶναι λαίμαργος, δὲν ἔχει προθεσμία,
δὲν ἔχει φίλους γιὰ χαρές, ἐξαίρεση καμία.
Παίρνει τὶς μάνες τῶν παιδιῶν, λεβέντες ποὺ γλεντᾶνε
ἀπὸ τὴν κούνια τὰ μωρά, κοπέλλες ποὺ πετᾶνε.
Νὰ σκέπτεσαι τὸν θάνατο ἑπτὰ φορὲς τὴν ὥρα,
ὑπῆρχαν κι ἄλλοι στὴ ζωὴ μὰ δὲν ὑπάρχουν τώρα.
Σὲ κάθε βῆμα πρόσεξε τοῦ Σατανᾶ τὸ βρόχι
μὴν ἀδικήσῃς ὀρφανούς, γυναῖκες χῆρες ὄχι.
Πιστὰ τοὺς νόμους φύλαγε χωρὶς καμμιὰ προσθήκη
τὰς ἐντολὰς τοῦ Μωϋσῆ, τὴ Νέα Διαθήκη.
Νὰ μὴν δουλεύῃς Κυριακὴ καὶ ἑορτὲς Ἁγίων
νἄχῃς ἀμόλυντη ψυχὴ καὶ καθαρὸν τὸν βίον.
Νὰ μὴν κυττάζῃς πονηρά, μὴ βλασφημᾶς τὰ θεῖα,
νὰ δίδῃς περιφρόνηση τοῦ σατανᾶ τὴν βία.
Τῆς μέρας τ᾿ ἁμαρτήματα καὶ πρὶν ὁ Ἥλιος δύσει
μὲ κάθε τρόπο τοῦ Θεοῦ νὰ τἄχῃς ὅλα σβήσει.
Ἐλεημοσύνη, προσευχή, ἀγάπη καὶ νηστεία
αὐτὰ θὰ σώσουν τὴν ψυχή, μὴ λὲς πὼς εἶν᾿ ἀστεῖα.
Ἀγάπα τὸν πλησίον σου, κακὸ ποτὲ μὴ κάνῃς
γιατὶ ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ σβήσῃς θὰ πεθάνῃς.
Καὶ τώρα ἀναγνῶστα μου τί σκέπτεσαι νὰ κάνῃς;
τὰ λόγια ποὺ σοῦ μίλησα στὸ νοῦ σου νὰ τὰ βάνῃς·
γιατὶ αὐτοῦ ποὺ εἶσαι ἤμουνα κι ἐδῶ ποὺ εἶμαι θἄρθῃς.

Προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατον Ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίς Ποίημα Ἁγιορείτου μοναχοῦ τινος



Ἐκδοχὴ Α´

ρχοντες καὶ μεγιστᾶνες καὶ λοιποὶ πτωχολογιά,
θάνατος μᾶς περιμένει, νέους, γέρoυς καὶ παιδιά.
Βλέπετε μὴ πλανηθεῖτε, εἰς τῆς γῆς τὰ ἀγαθά,
ἐπειδὴ καὶ ταῦτα πάντα, ὅλα εἶναι περιττά.
Γῆ εἶναι τὰ σώματά μας, εἰς τὸ χῶμα θὰ θαφτoῦν,
στὴν δεύτερα παρουσία αἱ ψυχαίς μας θὰ κριθοῦν.
Δὲν μᾶς συνοδεύει τότε πλοῦτος δόξα καὶ τιμή,
ὅλα δῶ τὰ παρατοῦμε καὶ πηγαίνομε γυμνοί.
πλανήθηκεν ἡ φύσις, εἰς τοῦ κόσμου τὰ φθαρτά.
κι᾿ ὅσα τὴν ψυχήν μας βλάπτουν ῾κεῖνα θέλει καὶ ζητᾷ.
Ζήλευε τοὺς ἐναρέτους, ἐπιθύμει τοὺς καλοὺς
καὶ μὴν βάλλεις εἰς τὸν νοῦν σου τοὺς κακοὺς συλλογισμούς.
κουσα εἶδον πολλάκις ὅτι εἴπανε πολλοί,
σὰν γεράσουν καὶ χορτάσουν κάμνουσι τὴν ἀποχή.
Θανατώνεται τὸ σῶμα μένει ἡ ψυχὴ γυμνή,
κλαίει χύνει μαῦρα δάκρυακαὶ οὐδεὶς τὴν ἐλεεῖ.
δεῖτε, ἰδεῖτε, ἀδελφοί τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας,
τούτου χάριν ἂς φροντίσομε τὴν ἀθάνατον ψυχήν μας.
Κάλλιο διορθώσου τώρα ὅπου ἔχεις τὸν καιρόν
παρὰ νὰ φλογίζεσαι τότε εἰς τὴν γέεννα τοῦ πυρός.
Λυπηθεῖτε τὴν ψυχήν σας ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί,
χύσατε τὰ δάκρυά σας εἰς τὴν πρόσκαιρο ζωή.
Μὴν ὀρέγεστε τοῦ κόσμου πράγματα προσωρινά,
ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς τάζει τὴν αἰώνιων χαρά.
Νὰ ἦτο βολετὸ νὰ πάγεις εἰς τὸν Ἅδη καὶ νὰ δεῖς
εἰς καμία χαρὰ τοῦ κόσμου δὲν γυρίζεις νὰ ἰδεῖς.
Ξαφνικὰ φθάνει ὁ χειμώνας καὶ θερίζει τὴν ζωὴν
θερίζει καὶ τὴν δόξα τὴν ματαίαν καὶ τερπνή.
λοι μας τὰ θεωροῦμε καὶ προβλέπομε καλά,
πὼς ὁ κόσμος εἶναι πλάνος καὶ ὁλοὲν μᾶς ἀπατᾶ.
Πάντες τιμήσατε τὴν ἀρετή, νὰ λάβετε βραβεῖον
τὴν βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, χαρὰ ἄνευ δακρύων.
Ρώτα τοὺς ἀποθαμένους εἰς τὸν Ἅδη πῶς περνοῦν,
ὅτι τὸ σκωλήκια ὅλους τοὺς ἀθλίους κατελοῦν.
Σῴνονται τὰ ψέματά μας ἀμαυρώνεται τὸ φῶς
χάνεται κ᾿ ἡ νοστιμάδα κι᾿ ὅλος μας ὁ στολισμός.
Τίποτε δὲν διαφεύγει ἀπὸ τοῦ Θεοῦ τὸν νοῦν
ὅλα τὰ κρυπτὰ τοῦ κόσμου ἐκεῖ θὰ φανερωθοῦν.
πηρέται καὶ Κριταί, ἄθεοι καὶ χριστιανοί,
ὅλοι θὰ παρασταθοῦμε εἰς τὸν φοβερὸ Κριτή.
Φάγε σύμμετρα καὶ πιές, δῶσε καὶ τινὸς πτωχοῦ,
διὰ νὰ ἔχεις παρρησία στὸ κριτήριο τοῦ Χριστοῦ.
Χάνονται τὰ σώματά μας χάνονται καὶ τὰ ὀστά,
στὴν δεύτερα παρουσία γίνονται πάλιν σωστά.
Ψεύτικη εἶν᾿ τώρα ἡ δόξα ψεύτικη καὶ ἡ τιμή,
καὶ ὡς ὄνειρο τὰ πλούτη καὶ ὡσὰν ἄνθος ἡ ζωή.
ψυχή μου παναθλία, λυπημένον μου κορμί,
κλαύσατε ἀπὸ καρδία τώρα ὅπου εἶσθε μαζί.

Ἐκδοχὴ Β´

ρχοντες καὶ μεγιστᾶνες, καὶ λοιπὴ φτωχολογιά·
θάνατος μᾶς περιμένει, νέους γέρους καὶ παιδιά.
Βλέπετε μὴν πλανηθῆτε, εἰς τοῦ κόσμου τ᾿ ἀγαθά·
πλούτη, δόξαις κ᾿ εὐμορφίαις, εἶναι ὅλα περιττά.
Γῆ εἶναι τὰ σώματά μας, κ᾿ εἰς τὴν γῆν θὰ ἐπιστραφοῦν·
στὴν Δευτέραν Παρουσίαν, ὅμως θὰ ἀναστηθοῦν.
Διὰ νὰ λογοδοτήσουν, ὅ,τι ἔπραξαν στὴν γῆν·
ὅταν ἦσαν ἡνωμένα, μὲ τὴν ἄϋλον ψυχήν.
κεῖ μέσα εἰς τὸν τάφον, ἄσοφος καὶ ὁ σοφός·
Βασιλεὺς καὶ στρατιώτης, πλούσιος καὶ ὁ πτωχός.
Ζήσαντες στὸν κόσμον τοῦτον, οὗτοι ἄνισον ζωήν·
μέσα ὅμως εἰς τὸν τάφον, ἔχουν τὴν αὐτὴν τιμήν.
σαπίλα καὶ ἡ βρῶμα, καὶ σκωλήκων ὁ ἐσμός·
κάμνουν τὴν ἐνέργειάν των, καὶ συγχρόνως καὶ κοινῶς.
Θἄλθῃ ὅμως μία ὥρα, καθὼς εἶπεν ἡ Γραφή·
καὶ θ᾿ ἀναστηθῶσι πάντες, καὶ μεγάλοι καὶ μικροί.
να δώσῃ ὁ καθένας, ἀκριβῆ λογαριασμόν·
τῶν ἐν τῇ ζωῇ του ἔργων, τῶν κρυπτῶν καὶ φανερῶν.
Καὶ ἡ μέρα καὶ ἡ ὥρα, εἶναι ἄγνωστος αὐτή·
πότε θὰ παρασταθῶμεν, ἔμπροσθεν εἰς τὸν Κριτή.
Λόγοι μερικῶν Πατέρων, λέγουν κάπως ἀμυδρῶς·
πῶς στὸν ὄγδοον αἰῶνα τέλος κόσμου τοῦ παντός.
Μόνους τότε μακαρίζει, ὁ Δεσπότης τοῦ παντός·
τοὺς τὰς θείας ἐντολάς Του, ἐκπληρώσαντας πιστῶς.
Νόμους τοῦ Εὐαγγελίου, Ἀποστόλων Διατάξεις·
καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Δόγματα καὶ ἀποφάσεις.
Ξενοτρόπους τιμωρίας, ἔχουσι νὰ ὑποστῶσι·
ὅσοι τοῦ Χριστοῦ τῶν Νόμων, παραβάται εὑρεθῶσι.
δυρμός, καὶ πῦρ, καὶ σκώληξ, καὶ βρυγμὸς ὁ τῶν ὁδόντων·
ἔστ᾿ αὐτῶν ἡ τιμωρία, εἰς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Πάντα ταῦτα βεβαιώνει, Βίβλος τοῦ Εὐαγγελίου,
ἡ ὁποία συνεγράφη, διὰ Πνεύματος Ἁγίου.
ώμην δίδου Παντοκράτορ, εἰς τὸ πλάσμα τῶν χειρῶν Σου·
ἵνα πληρωταὶ φανῶμεν, ἅπαντες τῶν Ἐντολῶν Σου.
Σωτηρίας αἰωνίου, διὰ νὰ ἀξιωθῶμεν·
καὶ στὰ δεξιά Σου μέρη, ἐν τῇ Κρίσει νὰ σταθῶμεν.
Τοὺς πιστεύοντας γνησίως, εἰς Τριάδα τὴν Ἁγίαν·
καὶ ὀρθῶς βεβαπτισμένους, ποίησον Μονήν Σου θείαν.
ψωσον ἐκ τῶν γηΐνων, τοὺς θερμῶς μετανοοῦντας·
καὶ Πνευματικοῖς Πατράσιν, ἐξαγόρευσιν ποιοῦντας.
Φοβερὸν καὶ ξένον θαῦμα! ἡ Μετάνοια λαμπρύνει·
καὶ στοὺς ἐξομολογηθέντας, τὸν Παράδεισον ἀνοίγει.
Χάριν ὁ Χριστὸς παρέχει, σ᾿ ὅσους ἐξομολογηθῶσι·
καὶ στὰ ἔργα Μετανοίας, ἐν χαρᾷ ἐπιδοθῶσι.
Ψυχῆς ὅθε σωτηρία, ἔστω ἡ ἡμῶν φροντίδα·
ἵνα φθάσωμεν αἰσίως, στὴν παντοτεινὴν Πατρίδα.
χαρά! τί εὐτυχία! τοὺς Δικαίους περιμένει!
καὶ εἰς τί φρικώδεις τόπους, στέλλονται οἱ κολασμένοι!

Προετοιμασία καλῆς ἀπολογίας Προέλευσις κειμένων: Ἅγιον Ὄρος


Εὔκολοι δρόμοι πρὸς σωτηρίαν: Μὴν κατακρίνης γιὰ νὰ μὴν κατακριθῇς. Ἐλέησε γιὰ νὰ ἐλεηθῇς. Καθαρή ἐξομολόγηση. (Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος)

ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΣΥΜΜΑΖΕΥΤΕ καλὰ τὸ νοῦ σου, μοναχέ, προτρέπει ἄλλος Πατὴρ καὶ μνημόνευε τὴν ὥρα τοῦ θανάτου σου. Φέρνε ζωντανὰ μπροστά σου τὴν εἰκόνα τοῦ ἀψύχου πιὰ σώματός σου. Προσπάθησε νὰ νοιώσῃς τὸν πόνο τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς. Μελέτα συχνὰ τὴ ματαιότητα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Στέλνε τὴ σκέψι σου νὰ περιοδεύῃ τὶς τιμωρίες τοῦ Ἅδου. Συλλογίσου, σὲ ποιὰ κατάστασι νὰ βρίσκωνται τάχα οἱ ψυχὲς ἐκεῖ; Σὲ τί δεινὸ στεναγμό, φόβο καὶ τρόμο ἡ πικρὴ σιγή; Μὲ πόση βαθειὰ ἀπελπισία περιμένουν τὶς πιὸ μεγάλες τιμωρίες, ποὺ θὰ δοθοῦν ὕστερα ἀπὸ τὴν τελικὴ κρίσι;
Τύπωσε ἀκόμη καλὰ στὴ σκέψι σου τὴ φοβερὴ ἡμέρα τῆς παγκοσμίου ἀναστάσεως, ὅταν ὁλόκληρη ἡ ὑπόδικος ἀνθρωπότης θὰ παρασταθῇ μπροστὰ στὸ δικαστικὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀναλογίσου τὸ φρικτὸ ἐκεῖνο δικαστήριο καὶ τὴν ἀνηλεὴ ἀπόφασι ποὺ θὰ σκεπάσῃ μὲ αἰώνιο βάρος ἐντροπῆς τοὺς δυστυχισμένους ἁμαρτωλούς.
Μελετώντας ὅλα αὐτά, χριστιανέ, θὰ ἀποφεύγῃς τοὺς κακοὺς λογισμοὺς καὶ τὰ πονηρὰ ἔργα καὶ θὰ γίνῃς πιὸ πρόθυμος στὴν ἀρετή.

ΣΤΙΧΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

Ἀκουσώμεθα οὖν πάντες, Κληρικοὶ καὶ Λαϊκοί,
ὀρθοδόξως βαπτισμένοι. Ἔξω οἱ αἱρετικοί.
Μίαν νἄχωμεν φροντίδα, «χρείαν ἔχομεν ἑνός»·
τῆς ψυχῆς τὴν σωτηρίαν, καθὼς εἶπεν ὁ Χριστός.
Μετανοίας ὅρος εἶναι, τῶν κακῶν ἡ ἀποχή·
εἶτα κάκωσις, νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή.
Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις, ὅρασιν καὶ ἀκοήν·
γεῦσιν, ὄσφρησιν, ἁφήν τε, ἵνα εὕρωμεν ζωήν, τὴν αἰώνιον. Ἀμήν.
Ἄχραντε, Ἁγνή, Παρθένε, Ὄρους Ἄθω ἡ Προστάτις·
τοὺς ἐν τούτῳ ἀσκουμένους, φρούρει ἐκ παντοίας βλάβης.

ΤΑ ΤΕΛΩΝΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

  1. Τὸ τελώνιο τῆς καταλαλιᾶς
  2. Τὸ τελώνιο τῆς ὕβρεως
  3. Τὸ τελώνιο τοῦ φθόνου
  4. Τὸ τελώνιο τοῦ ψεύδους
  5. Τὸ τελώνιο τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὁργῆς
  6. Τὸ τελώνιο τῆς ὑπερηφανίας
  7. Τὸ τελώνιο τῆς βλασφημίας
  8. Τὸ τελώνιο τῆς μωρολογίας καὶ τῆς φλυαρίας
  9. Τὸ τελώνιο τοῦ τόκου καὶ τοῦ δόλου
  10. Τὸ τελώνιο τῆς ὀκνηρίας καὶ τοῦ ὕπνου
  11. Τὸ τελώνιο τῆς φιλαργυρίας
  12. Τὸ τελώνιο τῆς μέθης
  13. Τὸ τελώνιο τῆς μνησικακίας
  14. Τὸ τελώνιο τῆς μαγείας καὶ γοητείας
  15. Τὸ τελώνιο τῆς γαστριμαργίας καὶ πολυφαγίας
  16. Τὸ τελώνιο τῆς εἰδωλολατρίας
  17. Τὸ τελώνιο τῆς ἀρσενοκοιτίας
  18. Τὸ τελώνιο τῶν χρωματοπροσώπων
  19. Τὸ τελώνιο τῆς μοιχείας
  20. Τὸ τελώνιο τοῦ φόνου
  21. Τὸ τελώνιο τῆς κλοπῆς
  22. Τὸ τελώνιο τῆς πορνείας
  23. Τὸ τελώνιο τῆς ἀσπλαχνίας