Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

Ο ιερέας - θεραπευτής και η πνευματική ιεροσύνη Μητροπολίτου Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου Απόσπασμα από το βιβλίο: «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία», Κεφ Β’.



Οι ιερείς, δεν είναι απλώς  "τελεστές ιερουργιών". Είναι κυρίως γιατροί, που με συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή, στέκονται εις τόπον Χριστού, βοηθώντας μας να ξεφύγουμε από τα πάθη μας.

    1. Ο Ορθόδοξος θεραπευτής

    2. Προϋποθέσεις για την ανάδειξη ιερέων – θεραπευτών

        Αξία της ιερωσύνης

        Κλήση και χειροτονία των Αποστόλων

        Βασική προϋπόθεση για την χειροτονία

        Οι τρεις βαθμοί της ιερωσύνης

    3. «Αναζωπυρείν το χάρισμα»

        Αξία της ιερωσύνης

        Βασικά προσόντα των θεραπευτών – ιερέων

    4. Πνευματική ιερωσύνη

    5. Αναζήτηση θεραπευτών


1. Ο Ορθόδοξος θεραπευτής

Έχουμε εντοπίσει έως τώρα την αλήθεια ότι ο Χριστιανισμός είναι κυρίως ιατρική – θεραπευτική επιστήμη. Επιδιώκει την ιατρεία την πνευματική του ανθρώπου. Αλλά όπως στην ορθή εξάσκηση της ιατρικής επιστήμης απαιτείται ύπαρξη καλού ιατρού, επιστήμονος ιατρού, το ίδιο συμβαίνει και με την πνευματική θεραπευτική επιστήμη. Χρειάζεται καλός ιατρός. Αυτός είναι ο επίσκοπος και ο ιερεύς.

Όπως παρατηρήσαμε προηγουμένως οι άνθρωποι σήμερα αισθάνονται τον ιερέα ως λειτουργό για να μπορέσουν να κοινωνήσουν των αχράντων Μυστηρίων, τον αισθάνονται ως εντεταλμένο από τον Θεό, ως υπηρέτη και διάκονο του Θεού για να εξομολογούνται τις αμαρτίες και να ανακουφίζονται πνευματικά, ως τον διάκονο του Θεού που προσκαλείται για να προσευχηθή στον Θεό με σκοπό να ευλογηθούν οι εργασίες τους κ.λ.π. Και βέβαια κανείς δεν μπορεί να αρνηθή ότι δεν θα κάνη και τέτοιο έργο ο ιερεύς. Αλλά συνήθως παρατηρείται ότι ο λαός θεωρεί τον ιερέα μάλλον σαν... μάγο  (ας μου συγχωρεθή η έκφραση αυτή). Γιατί όταν βλέπουμε την λατρευτική ζωή έξω από την θεραπεία, τότε μάλλον είναι μαγεία!

Επαναλαμβάνουμε όμως, για να το καταστήσουμε εμφανές, ότι ο ιερεύς πρωτίστως είναι ιατρός πνευματικός που θεραπεύει τις ασθένειες των ανθρώπων. Η λατρεία και τα Μυστήρια πρέπει να ενταχθούν μέσα στην θεραπευτική μέθοδο και αγωγή.

Ο ιερεύς και ως εξομολόγος είναι κυρίως θεραπευτής. Το μυστήριο της εξομολογήσεως δεν εξαντλείται σε μια τυπική άφεση, κατά τον δυτικό μάλιστα τύπο, σαν να είναι ο Θεός οργισμένος και απαιτείται μια εξιλέωση. Είναι κάτι περισσότερο. Εντάσσεται μέσα στην θεραπευτική αγωγή. Υπάρχουν πολλοί Χριστιανοί που εξομολογούνται πολλά χρόνια, αλλά δεν θεραπεύονται από τις αρρώστιες τις πνευματικές. Σ’ αυτό συντελεί η άγνοια τόσο του λαού όσο και των ποιμένων.

Ο επίσκοπος, ο ιερεύς, ο εξομολόγος είναι άρχοντες του λαού που τον καθοδηγούν από την Αίγυπτο στην γη της επαγγελίας ως άλλος Μωϋσής. Αυτή η καθοδήγηση απαιτεί κόπο και μόχθο, στέρηση και αγωνία. Είναι κυρίως θεραπευτική επιστασία. Οι άγιοι Πατέρες πολύ επιμένουν σ’ αυτήν την αλήθεια. Σαν παράδειγμα θα χρησιμοποιήσουμε τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, ο οποίος συνιστά ότι όσοι θέλουμε να φύγουμε από την Αίγυπτο και τον Φαραώ χρειαζόμαστε μεσίτη «προς Θεόν και μετά Θεόν», ο οποίος ευρισκόμενος μεταξύ πράξεως και θεωρίας, θα παρακαλή τον Θεό, «ίνα οι καθοδηγούμενοι την τε θάλασσαν των αμαρτημάτων περάσωμεν και τον Αμαλήκ των παθών τροπωσώμεθα». Και στην συνέχεια ο θεοφόρος άγιος διαλαλεί ότι, όσοι στηρίχθηκαν στις δικές τους δυνάμεις και ισχυρίζονται πως δεν έχουν ανάγκη κανενός οδηγού, απατήθηκαν[1]. Και από την διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης γνωρίζουμε τι υπέφερε ο Μωϋσής και πως καθοδηγούσε αυτόν τον σκληροτράχηλο λαό.

Ο πνευματικός αυτός Μωϋσής είναι ιατρός. Άλλωστε όλοι είμαστε άρρωστοι και έχουμε ανάγκη της θεραπείας και του ιατρού.


Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος μιλώντας σε μοναχούς παρουσιάζει εναργώς αυτήν την αλήθεια. Τα Μοναστήρια, όπως γνωρίζουμε από την Ορθόδοξη Παράδοση, είναι κυρίως Νοσοκομεία. Θα μπορούσα καλύτερα να ισχυρισθώ  ότι είναι ιατρικές σχολές. Ως ασθενείς θεραπευόμαστε και εν συνεχεία μαθαίνουμε τον τρόπο και την μέθοδο της θεραπείας. Γι’ αυτό παλαιά η Εκκλησία ελάμβανε από τα Μοναστήρια, που είναι ιατρικές σχολές, τους ιερείς για να τους τοποθετήση στην σκοπιά του επισκόπου.

Έτσι μιλώντας σε μοναχούς ο άγιος δεν διστάζει να πη ότι «ημείς άπαντες πτωχοί και επιδεείς υπάρχοντες...». Στην συνέχεια ο άγιος λέγει πως όλοι εμείς που βρισκόμαστε στα κελλιά είμαστε τραυματίες και κατεχόμεθα από διάφορες ασθένειες, γι’  αυτό δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να κράζουμε μέρα και νύκτα τον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων για να θεραπεύση τις τετραυματισμένες μας καρδιές και να μας δώση την υγεία την πνευματική. Γράφει ο άγιος: «Ου μόνον δε, (πένητες και γυμνοί) αλλά και τραυματίαι, ποικίλαις κατεχόμενοι νόσοις και ως εν διαφόροις ξένωσι και γηρωκομείοις εν αυτοίς τοις κελλίοις και μοναστηρίοις ημών ελεεινώς ανακεκλιμένοι όντες και περιπατούντες ποσώς, βοώμεν και θρηνούμεν και κλαίομεν και αυτόν προσκαλούμεθα τον ιατρόν ψυχών τε και σωμάτων – όσοι δηλαδή της αλγηδόνος των τραυμάτων ή των παθών ελάβομεν αίσθησιν, επειδή περ εισί και ως φρενήρεις τινές, μηδέ ότι τίποτε ασθενούσιν ειδότες ή ότι κατέχονται υπό τινος πάθους -, ίνα ελθών ιάσηται ημών τας τετραυματισμένας καρδίας και δω την υγιείαν ταις ψυχαίς ημών, κειμένας υπό την κλίνην της αμαρτίας και του θανάτου, επειδή άπαντες ημάρτομεν, κατά τον θείον Απόστολον, και δεόμεθα του ελέους αυτού και της χάριτος»[2].

Παραθέσαμε όλο αυτό το κείμενο γιατί φαίνεται καθαρά η αποστολή του μοναχισμού και της Εκκλησίας, καθώς και το έργο των ποιμένων. Είναι κυρίως έργο θεραπευτικό. Είμαστε άρρωστοι στην κλίνη της αμαρτίας και του θανάτου. Όσοι δεν αισθάνονται αυτήν την αλήθεια είναι «φρενήρεις». Οι Χριστιανοί λοιπόν που δεν παραμένουν στην Εκκλησία για να θεραπευθούν ή που αισθάνονται πως είναι υγιείς, είναι φρενήρεις.

Ο ιερεύς, κατά τον ίδιο Πατέρα, (Συμεών τον Νέο Θεολόγο) είναι ιατρός. Έρχεται κάποιος στον «πνευματικόν ιατρόν άρρωστος, κεκαρωμένος τω πάθει, τεταραγμένος όλος τον νουν...»[3]. Ο «επιστήμων ιατρός», «ο φιλάνθρωπος και συμπαθής ιατρός, κατανοεί του αδελφού την ασθένειαν, του πάθους την φλεγμονήν, τον όγκον, ορά τον νοσούντα όλον του θανάτου γινόμενον». Και στην συνέχεια περιγράφει τον τρόπο της προσελεύσεως του ασθενούς και τον τρόπο θεραπείας από τον πνευματικό και επιστήμονα ιατρό[4].

Μνημονεύσαμε προηγουμένως δυο βασικές εικόνες που χαρακτηρίζουν το έργο του ποιμένος. Ότι είναι ο Μωϋσής που καθοδηγεί  τα πνευματικά του παιδιά και συγχρόνως είναι ο επιστήμων και συμπαθής ιατρός. Τις δυο αυτές ιδιότητες περικλείει σ’ ένα ποίημά του ο άγιος Συμεών, περιγράφοντας την ιατρεία την δική του από τον πνευματικό του πατέρα, τον προσωπικό του Μωϋσή. Προσαρμόζει στην ζωή του την πορεία του Ισραηλιτικού λαού και την καθοδήγηση από τον Μωϋσή. Γράφει:

«Κατήλθε γαρ και εύρε με δούλον και παροικούντα

και είπε∙ Δεύρο, τέκνον μου, προς Θεόν σε απάξω!»

Ζήτησε από τον δικό του Μωϋσή τις «διαβεβαιώσεις» ότι μπορούσε να κάνη ένα τέτοιο έργο.

«Εγγύτερόν με ήγαγεν, ενηγκαλίσατό με

και πάλιν κατεφίλησε φιλήματι αγίω

και αυτός όλος εμύρισεν οσμήν αθανασίας.

Επίστευσα, ηγάπησα ακολουθήσαι τούτω

Και δούλος επεπόθησα τούτου μόνου γενέσθαι...

Εκράτησέ μου της χειρός προπορευόμενός μου

Και ούτως απηρξάμεθα την οδόν, διανύειν».

Και μετά από μεγάλη πορεία, κατά την οποία κατόρθωσε διαπρεσβειών του πνευματικού του πατρός να αντιμετωπίση και να απαλλαγή από την δουλεία των παθών, παρακαλεί ο άγιος Συμεών τον γέροντά του:

«Άγωμεν, έφην, κύριε, ου χωρισθήσομαί σου,

ου παραβώ σου εντολήν, αλλά πάσας φυλάξω»[5].

Αλλά, για να είναι κανείς ορθόδοξος θεραπευτής και να ιατρεύη τις πνευματικές ασθένειες των πνευματικών παιδιών του, πρέπει ο ίδιος προηγουμένως να έχη κατά το δυνατόν θεραπευθή. Να ίσταται «μέσος πράξεως και θεωρίας».

Πως μπορεί κανείς να θεραπεύση, αν προηγουμένως δεν έχη θεραπευθή ή αν δεν έχει γευθή την αρχή της θεραπείας; Γι’ αυτό ο άγιος Συμεών κατηγορεί εκείνους που νομίζουν πως είναι πνευματικοί χωρίς προηγουμένως να έχουν λάβει το Άγιο Πνεύμα ή εκείνους που επείγονται στο να δέχωνται «λογισμούς αλλοτρίους» και τολμούν να καταλάβουν ηγουμενίες και αρχές και «προς μητροπόλεις και επισκοπάς του ποιμαίνειν τον του Κυρίου λαόν... δια μυρίων μεθόδων αναιδώς» επιδίδονται, χωρίς προηγουμένως να δουν τον νυμφίον «ένδον του νυμφώνος» και χωρίς να γίνουν «υιοί φωτός και υιοί ημέρας»[6].

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει εκείνο το κλασσικό: «Καθαρθήναι δει πρώτον, είτα καθάραι∙ σοφισθήναι και ούτω σοφίσαι∙ γενέσθαι φως και φωτίσαι∙ εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους∙ αγιασθήναι και αγιάσαι...»[7].

Στους περιφήμους λόγους περί της Ιερωσύνης ο ιερός Χρυσόστομος, ο οποίος έχει αποκληθή επιστήμων της Ιερωσύνης, δικαιολογώντας την άρνησή  του να δεχθή να γίνη επίσκοπος, γράφει ότι γνωρίζει την ψυχή του την ασθενή και μικρά, καθώς επίσης το μέγεθος και την δυσκολία του ποιμαίνειν λαόν: «Οίδα την εμαυτού ψυχήν, την ασθενή ταύτην και μικράν∙ οίδα της διακονίας εκείνης το μέγεθος και την πολλήν του πράγματος δυσκολίαν»[8].

Στην συζήτησή του με τον Βασίλειο ζητά να μη αμφιβάλη καθόλου για τα λεγόμενα, ότι δηλαδή ενώ αγαπά τον Χριστό, φοβάται μήπως τον εξοργήση με την ανάληψη πνευματικής διακονίας, αφού «άχρηστόν με προς την διακονίαν η της ψυχής ασθένεια καθίστησι»[9]. Είχε την αίσθηση, λόγω μεγάλης καθαρότητος λογισμών και αισθημάτων, ότι τον καθιστά άχρηστον η ασθένεια της ψυχής για την μεγάλη αυτή διακονία. Γιατί πράγματι, όπως θα παρατηρηθή πιο κάτω, τα ανίατα πάθη δεν αφήνουν τον ιερέα να βοηθήση στην θεραπεία των πνευματικών του παιδιών.

Αν ο θεραπευτής δεν έχη προηγουμένως θεραπευθή είναι «αγελαίος», «...απλώς ανθρώπους αγελαίους λαβόντες εφιστάσι πράγμασι τοιούτοις»[10].

Όλα αυτά που αναφέρθηκαν προηγουμένως υποδηλούν την μεγάλη αλήθεια ότι οι ιερείς που θέλουν να θεραπεύουν τα νοσήματα του λαού πρέπει οι ίδιοι να έχουν προηγουμένως θεραπευθή από αυτά τα νοσήματα ή τουλάχιστον να άρχισαν να θεραπεύωνται και ακόμη να αισθάνωνται την αξία και την δυνατότητα της θεραπείας.

Σ’ αυτά τα πλαίσια θα ενταχθούν και τα αμέσως λεχθησόμενα. Οφείλουμε να δώσουμε την βεβαίωση ότι δεν προτιθέμεθα να κάνουμε διαπραγμάτευση της ιερωσύνης και των ιερέων. Δεν έχουμε σκοπό να αναπτύξουμε την αξία και το μεγαλείο της ιερωσύνης, αλλά να δούμε το μεγάλο αυτό και υπεύθυνο αξίωμα από την σκοπιά αυτή. Ότι δηλαδή είναι θεραπευτική επιστήμη και ότι κυρίως θεραπεύει τις ασθένειες των ανθρώπων. Αν σε μερικά σημεία φαίνεται ότι προχωρούμε στον τονισμό της αξίας της ιερωσύνης, το κάνουμε μόνο και μόνο για να δούμε αυτήν την πλευρά που θέλουμε εδώ κυρίως να τονίσουμε.


2. Προϋποθέσεις για την ανάδειξη ιερέων – θεραπευτών

Την θεραπεία των ασθενών Χριστιανών την απεργάζεται το Πανάγιο Πνεύμα και γενικότερα η Χάρη του Αγίου Τριαδικού Θεού. Ο ιερεύς είναι υπηρέτης αυτής της θεραπείας. Όλη η οργάνωση της Εκκλησίας είναι Θεανθρώπινη. Άλλωστε η Χάρη του Θεού εργάζεται μυστικά στον ιερέα και αυτός γνωρίζει από την πείρα του την μυστική αυτή ενέργεια της Χάριτος του Θεού.


Αξία της ιερωσύνης

Μεγάλη είναι η αξία της ιερωσύνης. Ο ιερός Χρυσόστομος γράφει ότι «η Ιερωσύνη μεν επί της γης, τάξιν δε επουρανίων έχει ταγμάτων», αφού δεν την ίδρυσε άνθρωπος, άγγελος, αρχάγγελος ή άλλη κτιστή δύναμη, αλλά «αυτός ο Παράκλητος»[11].

Η «της σεβασμίας ιερωσύνης λατρεία» είναι παρά πάνω από κάθε ψαλμωδία και προσευχή και διαφέρει από όλες τις άλλες ακολουθίες όσο διαφέρει ο ήλιος από τα αστέρια. Και αυτό γιατί με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας θυσιάζουμε αυτόν τον ίδιο τον Μονογενή που εσφάγη για τις δικές μας αμαρτίες[12]. Όταν κανείς μεταχειρίζεται καλώς «την της θείας και σεβασμίας ιερουργίας φρικτήν  τελεταρχίαν», προσγίνεται ωφέλεια από εδώ «υπέρ πάσαν  εργασίαν και θεωρίαν»[13].

Η αξία της ιερωσύνης, η οποία (ιερωσύνη) έχει την δυνατότητα να θύη τον μόσχο τον σιτευτό, οφείλεται στο ότι κυρίως βοηθά τον άνθρωπο να φθάση από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν, να οδηγήση τον άνθρωπο στην θέωση, που είναι πράγματι η θεραπεία του ανθρώπου, ή μάλλον για να εκφρασθούμε καλύτερα, φανερώνει την θεραπεία του ανθρώπου.

Οι Πατέρες συγκρίνοντας την ιερωσύνη με πολλά άλλα έργα την θεωρούν μεγαλύτερη, διότι οι άλλες ανθρώπινες εξουσίες βοηθούν τον άνθρωπο να λύση τα επίγεια πράγματα, ενώ η ιερωσύνη τον οδηγεί στην θέωση. Γι’ αυτό η «Ιερωσύνη και βασιλείας εστίν υψηλοτέρα» αφού η ιερωσύνη «τα θεία, η δε, (βασιλεία) τα επίγεια διέπει πράγματα»[14].

Βέβαια, όπως έχουμε τονίσει, η ιερωσύνη των ποιμένων είναι κυρίως ιερωσύνη του Χριστού. Οι ιερείς φέρουν αυτήν την Χάρη επάνω τους γι’ αυτό και έχουν την δυνατότητα να συγχωρούν και να θεραπεύουν τις αμαρτίες των ανθρώπων.

Αυτά τα λίγα σχετικά με την αξία της ιερωσύνης, αφού δεν είναι σκοπός των λεγομένων στο κεφάλαιο αυτό να τονίσουμε την μεγάλη αξία αυτού του έργου.


Κλήση και χειροτονία των Αποστόλων

Ο Κύριος καλεί τους καταλλήλους γι’ αυτό το έργο και τους δίδει την ιερωσύνη Του. Έτσι οι πρώτοι επίσκοποι είναι οι Απόστολοι. Ο Κύριος τους κάλεσε στο αποστολικό αξίωμα, τους είχε μαζί  Του τρία ολόκληρα χρόνια, τους έδωσε στην συνέχεια το Πανάγιο Πνεύμα για να συγχωρούν αμαρτίες και τους έστειλε να κηρύξουν εις «πάντα τα έθνη» και να καθοδηγήσουν ανθρώπους. Τους κατέστησε αλιείς και κήρυκες του Ευαγγελίου. Αυτή η εκλογή και αποστολή είναι εκείνη που τους κατέστησε Αποστόλους. Δεν έχουμε μαρτυρία στην Αγία Γραφή ότι ο Κύριος χρησιμοποίησε ειδική τελετή για την μετάδοση της ιερατικής διακονίας στους Αποστόλους. Μπορούμε όμως να παρατηρήσουμε ότι «ο Κύριος ων αυτός ο ιδρυτής των μυστηρίων δεν εδεσμεύετο υπ’ αυτών, αλλ’ ηδύνατο να παραγάγη όπερ ταύτα επιφέρουσιν αποτέλεσμα δι’ απλής εκφράσεως της θελήσεώς του»[15]. Το γεγονός πάντως είναι ότι η κλήση των δώδεκα Αποστόλων το χάρισμα να συγχωρούν αμαρτίες και η έλευση του Παρακλήτου την ημέρα της Πεντηκοστής τους κατέστησε ποιμένες στον λαό του Θεού.

Έχουμε πάντως και την περίπτωση του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος δεν ήταν μαθητής του Χριστού, όσο ζούσε ο Χριστός. Αλλά και εκείνος εκλήθη στο αποστολικό αξίωμα. Ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του Απόστολο Ιησού Χριστού: «Παύλος, απόστολος Ιησού Χριστού κατ’ επιταγήν Θεού Σωτήρος ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού...» (Α’ Τιμ. α’, 1). Μάλιστα γράφει αλλού: «λογίζομαι γαρ μηδέν υστερηκέναι των υπερλίαν αποστόλων» (Β’ Κορ. ια’, 5). Σε άλλο σημείο ο ίδιος ο Απόστολος γράφει: «Και χάριν έχω τω ενδυναμώσαντί με Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ότι πιστόν με ηγήσατο, θέμενος εις διακονίαν...» (Α’ Τιμ. α’, 12). Έχει δε την βεβαιότητα ότι είναι μάρτυς της Αναστάσεως του Χριστού, γιατί είδε τον αναστάντα Χριστό όταν πορευόταν προς την Δαμασκό. Γι’ αυτό, καταγράφοντας τις εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού, τολμά να ισχυρισθή «έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί» (Α’ Κορ. ιε’, 8). Συγκαταλέγει τον εαυτό του στους μάρτυρες της Αναστάσεως.

Η εμφάνιση του Χριστού στον Απόστολο Παύλο και η κλήση του στο αποστολικό αξίωμα είναι χειροτονία του Αποστόλου. Έδωσε και σ’ αυτό την ιερωσύνη Του ο Χριστός.

Γράφει ο καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης: «Εις τον Απόστολον Παύλον οι Προφήται της ενορίας (Α’ Κορ. 14, 29) είναι μαζί με τους Αποστόλους (Α’ Κορ. 15, 5-8) εκείνοι που έφθασαν εις την θέωσιν, δηλ. εις την θέσιν του Χριστού εν τη δόξη της Αγίας Τριάδος. Αυτό τονίζει σαφώς ο Παύλος όταν δια το μυστήριον του Χριστού γράφει ότι «ετέραις γενεαίς ουκ εγνωρίσθη τοις υιοίς των ανθρώπων ως νυν απεκαλύφθη τοις αγίοις αποστόλοις αυτού και προφήταις εν πνεύματι...» (Εφεσ. 3,5). Εντός του πλαισίου τούτου πρέπει να ερμηνευθή το εισαγωγικόν εις την απαρίθμησιν των μελών του σώματος του Χριστού ρητόν «είτε δοξάζεται εν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη» (Α’ Κορ. 12, 26). Δηλαδή το δοξασμένον μέλος είναι του θεούμενον, που έφθασεν εις την θέωσιν και έγινεν από τον Θεόν προφήτης. Δια τούτο εις την απαρίθμησιν των μελών του σώματος του Χριστού ο Παύλος αρχίζει με τους αποστόλους και προφήτας εις την κορυφήν και καταλήγει εις τους έχοντας «γένη γλωσσών» (Α’ Κορ. 12, 28), που ήσαν τα είδη νοεράς λατρείας (Εφες. 5, 19-20). Ο προφητεύων δια τον Παύλον είναι ο ερμηνεύων την Παλαιάν Διαθήκην – Καινή Διαθήκη δεν υπήρχε ακόμη – βάσει της εμπειρίας της νοεράς ευχής που λέγεται «γένη γλωσσών», ενώ ο Προφήτης είναι ο φθάσας εις την θέωσιν. Είναι ακριβώς η μεταγενέστερη πατερική διάκρισις μεταξύ θεολογούντος και θεολόγου. Όλοι από τον Απόστολον μέχρι τον προφητεύοντα και τον διερμηνεύοντα είχαν «τα γένη γλωσσών», δηλ. τα διάφορα είδη νοεράς λατρείας του Αγίου Πνεύματος, εις την καρδίαν, και ως εκ τούτου είναι θεόκλητα μέλη του σώματος του Χριστού και ναοί του Αγίου Πνεύματος. Διαφέρουν ως Θεόκλητοι από τους ιδιώτας (Α’ Κορ. 14, 16), που δεν έλαβαν ακόμη το χρίσμα της επισκέψεως του Αγίου Πνεύματος προσευχομένου αδιαλείπτως εις την καρδίαν των και επομένως δεν είχον γίνει ακόμη ναοί  του Αγίου Πνεύματος. Ήσαν φαίνεται βαπτισμένοι δι’ ύδατος εις άφεσιν αμαρτιών, αλλά όχι βαπτισμένοι Πνεύματι, δηλ. κεχρισμένοι. Πιθανόν το μυστήριον του χρίσματος εγένετο εις επιβεβαίωσιν της ελεύσεως του προσευχομένου Αγίου Πνεύματος και δια τούτο εις τα λατινικά να λέγεται confirmation.

Πάντως οι θεούμενοι Απόστολοι και Προφήται και οι φωτισμένοι διδάσκαλοι, δυνάμεις, χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών (Α’ Κορ. 12, 28) αποτελούσαν φαίνεται τον κεχρισμένον κλήρον και το βασίλειον ιεράτευμα, όπως φαίνεται από την ακολουθίαν του Αγίου Μύρου. Οι ιδιώται, όπως μαρτυρούν οι Πατέρες, ήσαν οι λαϊκοί. Το «ους έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία» (Α’ Κορ. 12, 28) σημαίνει σαφώς επίσκεψιν του Αγίου Πνεύματος με θέωσιν αποστόλων και προφητών και με φωτισμόν των υπολοίπων, και όχι μόνον με τελετουργικήν πράξιν»[16].


Βασική προϋπόθεση για την χειροτονία

Οι Απόστολοι είναι βέβαιο πως μετέδωσαν αυτήν την ιερωσύνη του Χριστού με συγκεκριμένο Μυστήριο, το λεγόμενο Μυστήριο της Ιερωσύνης, η δε Εκκλησία κανόνισε και τις προϋποθέσεις τις κανονικές προκειμένου να λάβη κανείς την μεγάλη αυτή Χάρη και να εξασκήση το ύψιστο αυτό υπούργημα.

Μια τέτοια χειροτονία είναι η χειροτονία των διακόνων στην πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Αφού εξέλεξαν τους επτά διακόνους, γράφει το βιβλίο των Πράξεων, «έστησαν ενώπιον των αποστόλων, και προσευξάμενοι αυτοίς τα χείρας» (Πράξ. στ’, 6). Έχουμε εδώ τοποθέτηση των χειρών και προσευχή. Ο ιερός Χρυσόστομος αναλύοντας αυτήν την περικοπή γράφει ότι «ου γαρ λέγει πως, αλλ’ απλώς, ότι εχειροτονήθησαν δια προσευχής∙ τούτο γαρ η χειροτονία εστίν. Η χειρ επίκειται του ανδρός, το δε παν ο Θεός εργάζεται...»[17].

Εκείνο που πρέπει να σημειωθή στην περίπτωση αυτή είναι ότι εξελέγησαν από το πλήθος των Χριστιανών της πρώτης Εκκλησίας. Διέθεταν μερικά προσόντα. Το βασικό προσόν ήταν ότι είχαν Πνεύμα Άγιο. Προκειμένου για την εκλογή του Στεφάνου λέγουν οι Πράξεις των Αποστόλων ότι «εξελέξαντο Στέφανον, άνδρα πλήρη πίστεως και Πνεύματος Αγίου» (Πράξ. στ’, 5). Έτσι δεν έλαβε μόνο την ώρα της χειροτονίας Άγιο Πνεύμα, αλλά είχε την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος.

Ερμηνεύοντας ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι είχε την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος «από του λουτρού», από του ιερού  Βαπτίσματος. Δεν αρκεί μόνον αυτή η Χάρη, αλλά χρειάζεται και η χειροτονία: «ότι ουκ αρκεί μόνη η χάρις, αλλά δει και της χειροτονίας∙ ώστε προσθήκη Πνεύματος εγένετο»[18]. Επίσης παρατηρεί  ότι ο Στέφανος έλαβε περισσοτέρα Χάρη από τους άλλους διακόνους. «Ει γαρ και η χειροτονία κοινή, αλλ’ όμως ούτος επεσπάσατο χάριν πλείονα»[19]. Αυτή η περισσότερη λήψη του Παναγίου Πνεύματος οφείλεται στην μεγαλύτερη καθαρότητα του Στεφάνου και την ύπαρξη του Παναγίου Πνεύματος μέσα του.

Και αυτό δηλοί αναμφιβόλως ότι οι υποψήφιοι για να αναλάβουν αυτό το μεγάλο υπούργημα της ιερωσύνης, δεν περιμένουν απλώς  την ημέρα της χειροτονίας τους να λάβουν το Άγιο Πνεύμα, αλλά πρέπει προηγουμένως να έχουν Άγιο Πνεύμα.

Η Εκκλησία προσέχει πολύ σ’ αυτό το σημείο. Το βλέπουμε και στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, τις λεγόμενες ποιμαντικές. Στον Τιμόθεο γράφει ο μέγας Απόστολος: «υπόμνησιν λαμβάνων της εν σοι ανυποκρίτου πίστεως, ήτις ενώκησε πρώτον εν τη μάμμη σου Λωΐδι και τη μητρί σου Ευνίκη, πέπεισμαι δε ότι και εν σοι» (Β’ Τιμ. α’, 5). Ξέρουμε δε καλά ότι η πίστη δεν είναι αφηρημένη διδασκαλία, αλλά είναι «νόησις και όρασις καρδίας», είναι η ζωή του Αγίου Πνεύματος μέσα στην ψυχή μας.

Στον μαθητή του Τιμόθεο τον οποίο χειροτόνησε ο ίδιος επίσκοπο γράφει: «Μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου» (Α’ Τιμ. δ’, 14). Και αλλού γράφει: «Ταύτην την παραγγελίαν παρατίθεμαί σοι, τέκνον Τιμόθεε, κατά τας προαγούσας επί σε προφητείας» (Α’ Τιμ. α’, 18). Ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος: «Το αξίωμα της ιερωσύνης, και διδασκαλίας, και της προστασίας λαού, με το να ήναι μεγάλον και υψηλόν, δια τούτο χρειάζεται να ψηφισθή άνωθεν από τον Θεόν εκείνος, οπού μέλλει να δεχθή τούτο∙ τούτου χάριν και οι παλαιοί ιερείς, και Αρχιερείς εγίνοντο από θεϊκάς προφητείας, τουτέστιν από το Άγιον Πνεύμα»[20].

Απαιτείται πολλή προετοιμασία και πολλές προϋποθέσεις για την ανάδειξη ιερέων και επισκόπων στο μεγάλο αυτό αξίωμα. Ο Απόστολος προτρέπει «ει τις εστιν ανέγκλητος» (Τιτ. α’, 6) να καλήται να γίνη πρεσβύτερος και επίσκοπος. Γι’ αυτό και συνιστά: «Μη νεόφυτον» (Α’ Τιμ. γ’, 6). Μη νεόφυτον γιατί πρέπει να έχη πείρα πνευματική προηγουμένως, να έχη αξιοποιήσει το βασιλικό αξίωμα με το άγιο Βάπτισμα, να έχη καθαρθή, όπως θα δούμε πιο κάτω, και ύστερα να προχωρήση στην χειροτονία.

Μάλιστα ο ιερός Χρυσόστομος γράφει ότι πρέπει να έχη περισσοτέρα προσοχή και δύναμη πνευματική και από αυτούς τους ερημίτες. Γιατί αν οι ερημίτες, που είναι απηλλαγμένοι «και πόλεως, και αγοράς, και των εκείθεν», δεν ενθαρρύνωνται στην ασφάλεια, πόση περισσότερη δύναμη και βία χρειάζεται να εξασκήση ο ιερωμένος, ώστε να μπορέση «παντός εξαρπάσαι μολυσμού την ψυχήν, και ασινές το πνευματικόν τηρήσαι κάλλος». Γι’ αυτό και βεβαιοί ότι στους ιερωμένους που ζουν στον κόσμο χρειάζεται περισσοτέρα καθαρότης από τους μοναχούς[21].

Το θέμα αυτό της διαφυλάξεως της καθαρότητος της ιερωσύνης θα μας απασχολήση σε άλλη παράγραφο. Εδώ θέλουμε πιο πολύ να τονίσουμε τα προσόντα που πρέπει να έχη ο Χριστιανός προκειμένου να χειροτονηθή ιερεύς. Γιατί, αν ο ίδιος δεν έχη θεραπευθή, πως θα μπορέση να θεραπεύση τους ασθενείς και αρρώστους πνευματικά;

Η προπαρασκευή για την ιερωσύνη είναι από τις δεσπόζουσες θέσεις στα έργα του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Όποιος δεν εγκατέλειψε τον κόσμο και δεν αξιώθηκε να λάβη το Πνεύμα το Άγιο, όπως οι θείοι Απόστολοι, όποιος δεν έχει υποστή την κάθαρση και την έλλαμψη και δεν αξιώθηκε «θεωρίας φωτός του απροσίτου»,

«ιερωσύνην και ψυχών προστασίαν

καταδέξασθαι ή άρξαι μη τολμήση!»[22].

Την ίδια διδασκαλία συναντούμε και στον όσιο Θεόγνωστο. Ο ιερεύς, λέγει, εάν δεν «εχρηματίσθη υπό του Αγίου Πνεύματος» να είναι μεσίτης Θεού και ανθρώπων, να «μη κατατολμά ριψοκινδύνως της των θείων φρικτής και πανάγνου ιεροτελεστίας»[23], εννοώντας την θεία Ευχαριστία.

Επικειμένης της χειροτονίας οι Πατέρες έφευγαν στα όρη, όπως το βλέπουμε στην ζωή και την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Γράφοντας στον «απολογητικόν της εις Πόντον φυγής» και δικαιολογώντας την ενέργειά του, λέγει ότι δεν μπορεί κανείς να  αναλάβη διαποίμανση λογικού ποιμνίου, εάν προηγουμένως δεν έγινε «ναός θεού ζώντος και ζων κατοικητήριον Χριστού εν πνεύματι», εάν δεν έχη περάσει «έργω και θεωρία» όλες τις ονομασίες και δυνάμεις του Χριστού, εάν δεν έχη μάθει την του «Θεού σοφίαν εν μυστηρίω την αποκεκρυμμένην», εάν είναι νήπιος ακόμη «τρεφόμενος γάλακτι»[24].

Βέβαια από τους αγίους Πατέρας δεν αγνοείται η πραγματικότητα ότι πολλοί χειροτονούνται χωρίς να έχουν τα πραγματικά αυτά προσόντα, χωρίς να έχουν προηγουμένως καθαρθή και θεραπευθή. Γι’ αυτό πολλές από τις χειροτονίες «ουκ από της θείας γίνονται χάριτος, αλλά και από της των ανθρώπων σπουδής»[25]. Και βέβαια είναι  γνωστή η Χρυσοστομική ρήση ότι ο Θεός δεν χειροτονεί όλους, αλλά δια πάντων ενεργεί. «Πάντας ο Θεός ου χειροτονεί, δια πάντων δ’ ενεργεί»[26]


Οι τρεις βαθμοί της ιερωσύνης

Από την μελέτη των πηγών, κυρίως δε από την μελέτη των πατερικών έργων, φαίνεται καθαρά ότι οι βαθμοί της ιερωσύνης (διακόνου, πρεσβυτέρου, επισκόπου) συνδέονται στενώτατα με τους τρεις βασικούς βαθμούς της πνευματικής ζωής. Αυτό δείχνει ότι όσο θεραπεύονται, τόσο ανέρχονται στην κλίμακα της ιερατικής Χάριτος και ευλογίας. Τουλάχιστον έτσι οι Πατέρες διδάσκουν. Χρειάζεται να αναπτύξουμε περισσότερο αυτό το βασικό σημείο μιλώντας για την θεραπευτική Χάρη της ιερωσύνης.

Έχουμε τονίσει σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι η πνευματική ζωή χωρίζεται σε τρία στάδια, την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Αυτήν την διαίρεση την συναντούμε σε πολλούς Πατέρας, αλλά έχει σε κάθε έναν διαφορετικά ονόματα. Π.χ. ο άγιος Νικήτας ο Στηθάτος γράφει ότι τρεις είναι οι τάξεις των ανθρώπων εκείνων που προκόπτουν στις τελειοποιούς αναβάσεις «καθαρτική, φωτιστική, μυστική ή εστι και τελειοποιός». Και η μεν καθαρτική είναι των εισαγωγικών, η δε φωτιστική είναι των μέσων και η μυστική των τελείων. Ανερχόμενος δια των τριών αυτών τάξεων ο Χριστιανός αυξάνεται στην κατά Χριστόν ηλικία. Η καθαρτική ενέργεια είναι η τήξη της σαρκός, η φυγή από κάθε αμαρτία που ερεθίζει το πάθος, η μεταμέλεια, τα δάκρυα κ.λ.π. Η φωτιστική είναι η πρώτη απάθεια που γνώρισμά της είναι η γνώση των όντων, «η θεωρία των λόγων της κτίσεως» και «η μετουσία του Αγίου Πνεύματος». Έργο της είναι «η κάθαρσις του νοός... η των οφθαλμών της καρδίας νοερά αποκάλυψις... η αποκάλυψις των μυστηρίων της Βασιλείας των Ουρανών». Και «η μυστική και τελειοποιός τάξις» μυσταγωγεί «τα απόκρυφα μυστήρια του Θεού», τον πληροί δια «της συνουσίας του Πνεύματος» και τον αποδεικνύει «σοφόν θεολόγον μέσον Εκκλησίας μεγάλης»[27] κ.λ.π.

Ο άνθρωπος, ζώντας μέσα στην Εκκλησία και βοηθούμενος υπό της θείας Χάριτος, καθαρίζει το παθητικό μέρος της ψυχής, εν συνεχεία ο νους φωτίζεται και αναβαίνει στην μυστική θεολογία, την μακαρία θέωση.

Τα τρία αυτά στάδια στην θεολογία του αγίου Μαξίμου εκφράζονται ως πρακτική φιλοσοφία (κάθαρση αρνητική και θετική), φυσική θεωρία (φωτισμός του νου) και μυστική θεολογία (θέωση). Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, αποχωρισθέντες  από όλα τα κτιστά όντα, ανέρχονται στην θεωρία του Θεού, η δε θεωρία φθάνει στον ύψιστο βαθμό «εν τη θεολογική επιστήμη» ή «τη θεολογική μυσταγωγία» ή «τη μυστική θεολογία», η οποία λέγεται «άληστος γνώσις»[28].

Έτσι οι άγιοι Πατέρες ζώντες στην θεωρία (θέα Θεού) είναι οι πραγματικοί θεολόγοι ή μάλλον η πραγματική θεολογία, αφού  η θεολογία βρύει από όλη την ύπαρξη τους.

Θεολόγος υπήρξε ο Μέγας Μωϋσής, ο οποίος, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, αφού έπηξε την σκηνή του έξω της παρεμβολής, «τουτέστιν την γνώμην και την διάνοιαν ιδρυσάμενος έξω των ορωμένων, προσκυνείν τον Θεόν άρχεται». Θεολόγοι ανεδείχθησαν και οι τρεις πρόκριτοι των Μαθητών επάνω στο όρος Θαβώρ που αξιώθηκαν να δουν το Φως της τρισηλίου θεότητος. Θεολόγος επίσης υπήρξε ο μέγας Παύλος ο οποίος ανέβη μέχρι τρίτου ουρανού, και εξηγεί πάλι ο άγιος Μάξιμος ότι οι τρεις ουρανοί αντιστοιχούν στους τρεις βαθμούς της μυστικής αναβάσεως του ανθρώπου, δηλαδή την πρακτική φιλοσοφία, την φυσική θεωρία και την θεολογικήν μυσταγωγία[29].

Έγινε αυτή η παρουσίαση της πατερικής διδασκαλίας για να προχωρήσουμε σε συσχετισμούς προς το θέμα που μας απασχολεί σ’αυτό το κεφάλαιο. Ο ίδιος ιερός Πατήρ (ο άγιος Μάξιμος) συνδέει τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής με τους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης. Γράφει: «Διακόνου λόγον επέχει ο προς τους ιερούς αγώνας αλείφων τον νουν και τους εμπαθείς λογισμούς απελαύνων απ’ αυτού. Πρεσβυτέρου δε, ο εις την γνώσιν των όντων φωτίζων και την ψευδώνυμον γνώσιν εξαφανίζων. Επισκόπου δε, ο τω αγίω μύρω τελειών της γνώσεως και προσκυνήσεως της Αγίας Τριάδος»[30].

Αντί άλλης ερμηνείας θα θέλαμε να παραθέσουμε την ερμηνεία που κάνει ο άγιος Νικόδημος, ο αγιορείτης, αφού αυτή είναι η βάση της Εκκλησίας, ότι ο άγιος ερμηνεύει άλλον άγιο και δια των αγίων εκφράζει την εμπειρία της η Εκκλησία. Γράφει ο άγιος Νικόδημος: «ο θεοφόρος Μάξιμος θέλει, ότι του διακόνου είναι ίδιον το να καθαίρη τους άλλους από των παθών και των κακών λογισμών δια της ηθικής∙ του Ιερέως, το να φωτίζη τους άλλους δια των λόγων της φυσικής θεωρίας των όντων∙ και του Επισκόπου το να τελειοί τους άλλους δια των λόγων της θεολογίας... ώστε ο αρχιερεύς δεν πρέπει να είναι μόνον ηθικός  και φυσικός ήγουν θεωρητικός φιλόσοφος, αλλά και θεολόγος, ως ανώτερος ων του διακόνου και του Πρεσβυτέρου»[31].

Πρέπει να σημειωθή ότι η σύνθεση των τριών βαθμών της ιερωσύνης με τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής αναφέρεται στα συγγράμματα του αγίου Διονυσίου του Αεροπαγίτου, στα οποία φαίνεται η παράδοση της Εκκλησίας. Και αν θεωρηθή ότι τα συγγράμματα αυτά παρουσιάζουν την τάξη της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων, φαίνεται καθαρά ότι τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής αντιστοιχούν προς τους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης. Θα ήθελα να ασχοληθώ με το θέμα αυτό για να φανή αυτή η σύνδεση.

Είναι γνωστό ότι στο «Περί εκκλησιαστικής Ιεραρχίας» σύγγραμμα του αγίου Διονυσίου του Αεροπαγίτου περιγράφονται τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής ονομαζόμενα κάθαρση, φωτισμός, τελείωση. Η τελείωση ισοδυναμεί με την θέωση. Έτσι ονομάζονται «η μεν των ιεραρχών τάξις, τελειωτική και τελεσιουργός∙ η δε των ιερέων φωτιστική και φωταγωγός∙ η δε των λειτουργών (διακόνων) καθαρτική και διακριτική»[32]. Το έργο των Κληρικών είναι τελετουργικό, αλλά παράλληλα αγιαστικό και τελειοποιό, αφού τα Μυστήρια αναπτύσσουν πνευματικά τον άνθρωπο. Δηλαδή οι ιερές τελετές δεν γίνονται τυπικά, αλλά καθαίρουν, φωτίζουν και τελειοποιούν (θεοποιούν) τον άνθρωπο.

Έτσι το έργο των διακόνων, των πρεσβυτέρων και των ιεραρχών συνδέεται με την πνευματική ωρίμανση των Χριστιανών. Συγκεκριμένα. Κατά την ακολουθία του αγίου Βαπτίσματος, όπως την εκθέτει ο άγιος Διονύσιος ο Αεροπαγίτης και πιστεύουμε ότι εκφράζει την τάξη των πρώτων αιώνων της Εκκλησίας, οι διάκονοι απαλλάσσουν τον προς το Βάπτισμα φερόμενο από τα ρούχα του, και αυτό φανερώνει την θέση τους μέσα στην Εκκλησία που είναι καθαρτική, οι ιερείς χρίουν όλο το σώμα του ανθρώπου και αυτό φανερώνει την θέση τους μέσα στην Εκκλησία που είναι φωτιστική, και οι επίσκοποι τελειοποιούν τους ανθρώπους με το να τους βαπτίζουν και αυτό δείχνει την θέση τους μέσα στην Εκκλησία που είναι τελειωτική[33]. Η ιεραρχική τάξη που τελειοποιεί τους Χριστιανούς τελετουργεί «τα τελεσιουργά της ιεραρχίας εκκρίτως», μυεί «τας επιστήμας των ιερών εκφαντορικώς» και διδάσκει «τας αναλόγους αυτών  και ιεράς έξεις τε και δυνάμεις». Η τάξη των ιερέων χειραγωγεί «επί τας θείας των τελετουργών εποψίας», αλλά αναπέμπει προς τον ιεράρχη «τους της επιστήμης των θεωρηθεισών ιερουργιών εφιεμένους». Αυτό σημαίνει ότι ο ιερεύς, με την ευλογία του επισκόπου, φωτίζει τους Χριστιανούς, αλλά στέλλει προς τον ιεράρχη αυτούς που επιθυμούν την τελείωση, επειδή είναι ο πλέον κατάλληλος για το έργο αυτό. Και η τάξη των λειτουργών, δηλαδή των διακόνων, πριν οδηγηθούν προς τους ιερείς, «αποκαθαίρει τους προσιόντας, αμιγείς αυτούς αποτελούσα των εναντίων, και προς ιερουργικήν εποψίαν και κοινωνίαν επιτηδείως»[34].

Είναι πολύ σημαντικό ότι, κατά τον άγιο Διονύσιο τον Αεροπαγίτη, οι ιεράρχες όχι μόνον τελειοποιούν, αλλά φωτίζουν και καθαίρουν τον λαό, οι ιερείς εκτός του ότι φωτίζουν, γνωρίζουν και μπορούν να καθαίρουν, ενώ οι διάκονοι μόνον γνωρίζουν να καθαίρουν. Οι κατώτεροι είναι αδύνατον να μεταπηδήσουν στα ανώτερα έργα. «Αι μεν γαρ ήττους επί τα κρείττω μεταπηδάν αδυνατούσι»[35]. Επομένως είναι αυστηρό το έργο κάθε τάξεως μέσα στην Εκκλησία. Η κάθε τάξη έχει την δική της επιστήμη και γνώση της πνευματικής ζωής. Νομίζω πως πρέπει να παρατεθή ένα χαρακτηριστικό χωρίο του αγίου που συνοψίζει όλη αυτή την διδασκαλία περί του έργου των τριών τάξεων: «Η δε ιερουργών διακόσμησις εν μεν τη δυνάμει τη πρώτη δια των τελετών αποκαθαίρει τους ατελέστους∙ εν τη μέση δε, φωταγωγεί τους καθαρθέντας∙ εν εσχάτη δε και ακροτάτη των ιερουργών δυνάμεων αποτελειοί τους των θείω φωτί κεκοινωνηκότας εν ταις των θεωρηθεισών ελλάμψεων επιστημονικαίς τελειώσεσιν»[36].

Μελετώντας όλη την διδασκαλία του αγίου Διονυσίου μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κάθε τάξη της ιερωσύνης έχει ανάλογη πνευματική ζωή. Η κάθαρση, ο φωτισμός και η τελείωση (θέωση) συνδέονται στενώτατα με τους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης, δηλαδή του διακόνου, ιερέως και επισκόπου αντίστοιχα. Έτσι ο διάκονος αφού έχει έργο να καθαίρη τον λαό του Κυρίου από τα πάθη, απαραίτητη προϋπόθεση για να χειροτονηθή είναι να βρίσκεται στο στάδιο της καθάρσεως, να ζη δηλαδή την πρακτική φιλοσοφία. Ο πρεσβύτερος, αφού έργο έχει να φωτίζη τους άλλους, για να χειροτονηθή, σύμφωνα με τις πατερικές διδασκαλίες, πρέπει να βρίσκεται στο στάδιο του φωτισμού του νου, που είναι ένας βαθμός θεωρίας, να έχη δηλαδή αδιάλειπτη μνήμη Θεού δια της ευχής, να γνωρίζη την νοερά εργασία και να θεωρή τους λόγους των όντων σε όλη την κτίση και την Αγία Γραφή. Ο επίσκοπος, αφού βασικό του έργου είναι να τελειοί τον λαό δια των λόγων της θεολογίας, πρέπει να βιώνη την μυστική θεολογία, να ζη την κοινωνία με τον Θεό. Να βρίσκεται στην χορεία των «Προφητών που έχουν στενή σχέση με τον Θεό, μυούνται τα θεία και μυσταγωγούν τον λόγο της αληθείας στον λαό.

Ο τρόπος με τον οποίο χειροτονείται ο διάκονος, ο ιερεύς και ο επίσκοπος δείχνει και την πνευματική κατάσταση του δεχομένου τις ενέργειές και το έργο κάθε τάξεως. Δεν χειροτονούνται ανεξάρτητα από την πνευματική τους κατάσταση, γιατί πως μπορούν να βοηθήσουν τον λαό, αν δεν έχουν προσωπική πείρα του έργου που πρόκειται να επιτελέσουν;[37]

Ειδικά ο επίσκοπος, που μεταδίδει την Χάρη στους Χριστιανούς για να καταστούν πραγματικοί διάκονοι και ιερείς, είναι «ο υπό Θεού κινούμενος εις πάσας τας ιεραρχικάς αγιαστείας»[38]. Μάλιστα ο Μωϋσής δεν οδήγησε ούτε τον αδελφό του τον Ααρών «εις ιερατικήν τελείωσιν», «άχρις ου θεόθεν εις τούτο κινηθείς, υπό τελετάρχη Θεώ, την ιερατική τελείωσιν ιεραρχικώς ετελεσιούργησεν»[39].

Γι’ αυτό ειδικά ο επίσκοπος, κατά τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη που εκφράζει την παράδοση της Εκκλησίας, είναι ο επιστήμων της πνευματικής ζωής, ο θεόπτης, που απέκτησε πείρα προσωπική της θεώσεως. Γι’ αυτό «η θεία των ιεραρχών τάξις πρώτη μεν έστι των θεοπτικών τάξεων, ακροτάτη δε και εσχάτη πάλιν η αυτή»[40]. Ο ιεράρχης είναι καρπός της θεώσεως, δηλαδή ο ίδιος θεώθηκε και βοηθά τον Χριστιανό στην πορεία για την κατά Χάριν θέωσή του. «Αυτόν τε τον ιεράρχην, ως η κατ’ αυτόν ουσία, και αναλογία, και τάξις έχει τελεσθήναι κατά τα θεία, και θεωθήναι, και τοις υποβεβηκόσι μεταδούναι, κατ’ αξίαν εκάστω, της εγγινομένης αυτώ θεόθεν ιεράς θεώσεως»[41]. Εκείνος που αποκαλεί κάποιον ιεράρχη δηλώνει «τον ένθεόν τε και θείον άνδρα, τον πάσης ιεράς επιστήμονα γνώσεως, εν ω και καθαρώς η κατ’ αυτόν ιεραρχία πάσα τελείται και γινώσκεται»[42]. Ο ιεράρχης με τις προσωπικές ανατάσεις και νεκρώσεις «το αναλλοίωτον ίσχει τα νοερά της θεοειδούς έξεως»[43]. Έτσι ο ιεράρχης, ως καρπός της καθάρσεως και του φωτισμού, είναι ο ένθεος άνδρας, ο οποίος έχει φθάσει στην τελείωση (την θέωση) και επομένως κατευθύνεται προσωπικά από τον Θεό. Αυτός είναι «το στόμα της αληθείας» και ο «εις τύπον και τόπον» του Χριστού καθήμενος.

Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να παρουσιάσουμε ένα χαρακτηριστικό χωρίο του αγίου Διονυσίου του Αεροπαγίτου σύμφωνα με το οποίο οι θεουργικές ακτίνες περνούν στους πλέον θεομόρφους, οι οποίοι ως διαφανείς, είναι οι κατάλληλοι για την διάδοση και την μετοχή του Φωτός. Αυτοί δε που βλέπουν τον Θεό έχουν έργο να δείξουν στους ιερείς «αφθόνως εν συμμετρία τη κατ’ αυτούς...τας προς αυτών ιερώς εποπτευθέντα θεία θεάματα». Επίσης το να μυήσουν στα ιεραρχικά είναι έργο «των μετ’ επιστήμης τελειωτικής τα θεία της κατ’ αυτούς ιεραρχίας άπαντα καλώς μυηθέντων» αυτών που έχουν προσλάβει «την τελεσιουργόν του μυήσαι δύναμιν»[44]. Αυτό σημαίνει ότι μόνον ύστερα από προσωπική τελείωση μπορεί κάποιος να ανέλθη σε υψηλότερη θέση και την υψηλότερη θέση κατέχει ο ένθεος, εκείνος που γνώρισε εκ πείρας τον Θεό.

Αυτά ήταν τα πραγματικά προσόντα των Χριστιανών για να ανέλθουν στην ιερωσύνη. Έπρεπε να περάσουν τα τρία αυτά στάδια για να βεβαιωθή και να πιστοποιηθή αν θεραπεύθηκαν και αν μπορούν να θεραπεύσουν τον λαό του Κυρίου. Από αυτά ακριβώς φαίνεται ότι επίσκοπος, πρεσβύτερος και διάκονος δεν είναι μόνο λειτουργικά πρόσωπα, προοριζόμενα να τελούν τα Μυστήρια, αλλά είναι πνευματικοί ιατροί που βοηθούν τον λαό να καθαίρεται, να εξαγιάζεται και να προχωρή στην κοινωνία με τον Θεό. Και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει ότι μπορεί να προχωρήση ο άνθρωπος στο να λειτουργή «εν καθαρά καρδίας συνειδήσει τη καθαρά και Αγία και αχράντω Τριάδι», εάν είδε τον Χριστό, εάν έλαβε το Πνεύμα, «και προσηνέχθη τω Πατρί δια τούτων των δύο»[45].

Με αυτόν τον τρόπο η είσοδος στην ιερωσύνη είναι καθαρά κλήση Θεού. Και αυτή ακριβώς η κλήση δεν είναι μια αφηρημένη αίσθηση ότι καλείται ο υποψήφιος από τον Θεό να υπηρετήση τον λαό του Κυρίου, αλλά είναι η βεβαιότητα δια της δικής του μεταμορφώσεως ότι μπορεί να ποιμάνη τον λαό και, οπωσδήποτε, διαποίμανση του λαού είναι πρωτίστως η θεραπεία του λαού. Γιατί χωρίς θεραπεία δεν μπορεί ο άνθρωπος να φθάση τον Θεό, να δη τον Θεό και αυτή η θέα να γίνη φως που θα τον φωτίζη και όχι φωτιά που θα τον κατακαίη. «Και ει κληθείς εισήλθες εις την υπερκόσμιον της θείας ιερωσύνης χάριν...»[46]. Αν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται αυτήν την κλήση άνωθεν, δηλαδή αν δεν έχη θεραπευθή, τότε «βαρύ το φορτίον άγαν, ως βασιζόμενον παρ’ αξίαν και υπέρ δύναμιν»[47].

Συχνά γίνεται λόγος για την αποστολική παράδοση και την αποστολική διαδοχή και υπονοείται ότι αυτό ήταν διαδοχή χειροτονιών. Βέβαια δεν μπορεί κανείς να αρνηθή και αυτήν την πραγματικότητα. Αλλά δεν μπορεί συγχρόνως να αμφισβητήση το γεγονός ότι η αποστολική διαδοχή δεν ήταν απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά παράδοση της όλης ζωής της Εκκλησίας. Οι Απόστολοι και έπειτα οι Πατέρες δεν μετέδιδαν απλώς την Χάρη της ιερωσύνης, αλλά μετέδιδαν τον Χριστό και όλη τη ζωή του Χριστού. Γεννούσαν. Γι’ αυτό ο επίσκοπος είχε και έχει το χάρισμα της αληθείας. Ο Καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης παρατηρεί: «Το θεμέλιον της αποστολικής παραδόσεως και διαδοχής δεν ήτο αύτη η επίθεσις των χειρών, αλλά η συνοδεύουσα αυτήν μετάδοσις από γενεάν εις γενεάν της παραδόσεως της θεραπείας του φωτισμού και της θεώσεως. Η ενοριακή Σύνοδος και η επαρχιακή Σύνοδος ωργανώθησαν δια την ενότητα των αληθινών θεραπευτών, δια τον αποκλεισμόν από τον κλήρον των κομπογιαννιτών ψευδοπροφητών, που υπεκρίνοντο κατοχήν χαρισμάτων και δια την διαφύλαξιν του ποιμνίου από τους κομπογιαννίτας αιρετικούς. Το σπουδαιότερον μέρος της χειροτονίας ήτο η εκλογή και η εξέτασις του υποψηφίου»[48].

Αυτή ήταν η βάση της Εκκλησίας. Ιδίως για την εκλογή του επισκόπου υπήρχε βασική αρχή να εκλέγεται από τις τάξεις των μοναχών, γιατί ο μοναχισμός είναι η ιατρική σχολή από όπου μπορούσαν να βγαίνουν οι επιστήμονες ιατροί, ικανοί να θεραπεύουν τις ασθένειες των ανθρώπων.

Ο επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ γράφει ότι «ένα από τα είκοσι «κυρίαρχα» μοναστήρια (πιθανόν υπονοεί την ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας του αγίου Όρους) έχει από μόνο του αναδείξει 26 Πατριάρχες και 144 Επισκόπους. Αυτό δίνει μια κάποια ιδέα για την σημασία του Άθωνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία»[49].

Και ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στο προοίμιο του «Συμβουλευτικού εγχειριδίου», παρουσιάζοντας αυτήν την αγία συνήθεια της Εκκλησίας, γράφει: «Ω πόσον ευτυχείς και χρυσοί αιώνες υπήρξαν εκείνοι, καθ’ ους επολιτεύετο εις την Αγίαν του Χριστού Εκκλησίαν μια εξαίρετος και καλλίστη συνήθεια, το να εκλέγωνται δηλαδή από του σεμνού τάγματος των Μοναχών, όλοι εκείνοι, (εκτός ολίγων τινών, οίτινες δια το υπερβάλλον της αρετής, εκ λαϊκών αμέσως ανέβησαν εις προεδρίαν λαών∙) όσοι έμελλον να αναβώσιν εις τους  υπεροχικούς θρόνους της αρχιερωσύνης και να εγχειρισθώσι προστασίαν ψυχών. Καθώς τοιαύτην τινά συνήθειαν εκκλησιαστικήν, αναφέρουσι μεν και τα πρακτικά της εν τη αγία Σοφία συνόδου∙ όπου ο Καισαρείας, και ο Χαλκηδόνος είπον προς τον τοποτηρητήν του πάπα Ιωάννου ταύτα∙ «Εν τη Ανατολή είτις μη μοναχός εγένετο, ου γίνεται επίσκοπος, ή πατριάρχης»[50].

Βέβαια σε όλη την ιστορία της Εκκλησίας τα πράγματα δεν ήταν τόσο «ρόδινα». Υπήρχαν περιπτώσεις που χανόταν αυτή η αλήθεια και τότε ο λαός βρισκόταν στο σκότος της αγνοίας. Δεν γνώριζαν ότι υπάρχει θεραπεία και πως γίνεται η θεραπεία, γιατί δεν υπήρχαν άνθρωποι να διδάξουν τον τρόπο της θεραπείας. Ήδη τον τέταρτο αιώνα ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης παρουσιάζει την διαφορά των παλαιών ποιμένων από τους ποιμένες της εποχής του. Τότε οι ποιμένες, γράφει, απέθνησκαν για τα πρόβατα, τώρα αυτοί οι ίδιοι σφάζουν τα πρόβατα. Και στην συνέχεια γράφει χαρακτηριστικά: «Πάλαι μεν, οι φιλάρετοι προς την ιερωσύνην προήγοντο, νυν δε, οι φιλάργυροι∙ τότε, οι το πράγμα φεύγοντες δια το μέγεθος της αρχής, νυν δε, οι τούτω επιτρέχοντες μεθ’ ηδονής∙ τότε, οι ακτημοσύνη εκουσίω εναβρυνόμενοι, νυν δε, οι πλεονεξία εκουσίως χρηματιζόμενοι∙ τότε οι προ οφθαλμών έχοντες το θείον δικαστήριον, νυν δε, οι μηδέ εις έννοιαν τούτο λαμβάνοντες∙ τότε, οι τύπτεσθαι, νυν δε, οι τύπτειν έτοιμοι∙ και τι δει τα πολλά λέγειν; μεταπεπτωκέναι λοιπόν το αξίωμα έδοξεν από ιερωσύνης εις τυραννίδα∙ από ταπεινοφροσύνης, εις υπερηφανείαν∙ από νηστείας, εις τρυφήν∙ από οικονομίας, εις δεσποτείαν∙ ου γαρ ως οικονόμοι αξιούσιν διοικείν, αλλ’ ως δεσπότας σφετερίζεσθαι...»[51].

Ο Καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης που ενδιέτριψε στο θέμα αυτό γράφει για την απώλεια της Ορθοδόξου αυτής Παραδόσεως: «Με την πάροδον του χρόνου, όμως, δεν ευρίσκοντο πάντοτε και παντού θεούμενοι ή και φωτισμένοι δι’ εκλογήν και χειροτονίαν εις επισκόπους και πρεσβυτέρους. Και αν υπήρχον, δεν τους ήθελον πάντοτε οι εκλέκτορες. Πολλάς φοράς επροτιμώντο οι απλώς ηθικοί και καλοί, αλλά χωρίς να είναι κάτοχοι της παραδοσιακής θεραπευτικής αγωγής του φωτισμού και της θεώσεως. Εμφανίζονται δηλαδή επίσκοποι, που εις προτέραν εποχήν θα ήσαν απλώς λαϊκοί, αφού δεν είχον το Άγιον Πνεύμα προσευχόμενον μέσα εις την καρδίαν των αδιαλείπτως. Έτσι εξηγεί τα πράγματα ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος.

Ο Άγιος Συμεών προεκάλεσεν επανάστασιν κατά της καταστάσεως που περιέγραψε, με αποτέλεσμα να επανέλθη εις το κέντρον της Ορθοδοξίας η θεραπευτική αποστολή της Εκκλησίας και να καταλάβη πάλιν την Ιεραρχίαν ο Πατερικός ησυχασμός, όπως προβλέπει ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Υπό την ηγεσίαν του πατερικού ησυχασμού η Εκκλησία και το έθνος επέζησαν μετά την διάλυσιν της αυτοκρατορίας, διότι η πατερική θεραπευτική αγωγή, που περιεγράψαμεν έδωσε την δύναμιν να ανθέξουν εις τους σκληρούς χρόνους της Αραβοκρατίας, της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας...

Ως θεούμενοι δηλαδή και θεραπευταί οι προφήται, ήσαν ως ομάδες ιατρών νοσοκομείου, όπου μεταξύ των ο εις εξελέγετο πρόεδρος, χωρίς τούτο να σημαίνη οιανδήποτε ανισότητα. Το ίδιον συνέβη με τους Αποστόλους μεταξύ των οποίων ο Πέτρος ήτο πρώτος, αν και εις τας συνάξεις των Αποστόλων εις Ιεροσόλυμα προήδρευε ο Ιάκωβος, ως επίσκοπος της τοπικής Εκκλησίας.

Όταν εμφανίζωνται πλέον ενορίαι χωρίς θεουμένους ή θεούμενον, δηλαδή χωρίς τους προφήτας του Αποστόλου Παύλου, τότε η Εκκλησία αντιμετώπισε το πρόβλημα αν είναι σωστόν να χειροτονούνται ως επίσκοποι μη θεούμενοι, αλλ’ ευρισκόμενοι, πάντως εις κατάστασιν φωτισμού. Έναντι της ελλείψεως ταύτης η Εκκλησία προετίμησε να χειροτονή πρεσβυτέρους ως προεστώτας των ενοριακών συνάξεων. Έτσι απέκτησαν  οι επίσκοποι επιθεωρητικήν ευθύνην έναντι των ενοριακών προεστώτων πρεσβυτέρων, ως ιατροί επί υγειονομικών κέντρων με επικεφαλής νοσοκόμους. Αφού δηλαδή η Σύνοδος δεν εύρισκεν αρκετούς ιατρούς δια επισκοποποίησιν εις όλα τα νοσοκομειακά κέντρα, διώρισε νοσοκόμους πρεσβυτέρους. Το να ονομάση ιατρόν τον νοσοκόμον, δηλαδή επίσκοπόν τον μη θεούμενον, θα ήτο εκτός πραγματικότητος και θα ωδήγει εις την διάλυσιν του θεραπευτικού έργου της Εκκλησίας.

Με την πάροδον όμως του χρόνου, εμφανίζονται επίσκοποι και πρεσβύτεροι, που ούτε φωτισμένοι δεν ήσαν. Έτσι προεκλήθη η επανάστασις του Συμεώνος του Νέου Θεολόγου και η κατάληψις της ιεραρχίας από τους ησυχαστάς, κυρίως από την εποχήν του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Η διάσωσις της αποστολικής θεραπευτικής αγωγής εις την μεταποστολικήν εποχήν μέχρι την εμφάνισιν της Φραγκοσύνης και της Τσαρικής και Νεοελληνικής Ορθοδοξίας επετελέσθη με την συγκέντρωσιν της αποστολικής αυτής παραδόσεως εις τον μοναχισμόν. Η θεραπευτική δηλαδή αγωγή του φωτισμού και της θεώσεως μετεφέρθη από την κοσμικήν ενορίαν, όπου εξησθένησεν, εις την μοναστικήν ενορίαν. Συγχρόνως αι Μητροπόλεις και αι επισκοπαί έγιναν μοναστήρια. Δια τούτο και η Αγία Σοφία ελέγετο και εις την λαϊκήν παράδοσιν το Μέγα Μοναστήρι. Ο μοναχισμός έγινεν είδος ιατρικής σχολής, όπου εσπούδαζον την αποστολικήν θεραπευτικήν οι υποψήφιοι επίσκοποι. Παράλληλα το έργον κάθε κοσμικής ενορίας ήτο να μιμηθή την μοναστικήν ενορίαν κατά δύναμιν. Τούτο, διότι ο φωτισμός και η θέωσις είναι απαραίτητα δια την θεραπείαν όλων των ανθρώπων, εφ’ όσον όλοι έχουν εσκοτισμένον τον νουν των. Εξ απόψεως δογματικής ουδεμία διαφορά υπάρχει μεταξύ κοσμικής και μοναχικής ενορίας όσον αφορά εις τα προσφερόμενα μυστήρια και εις την ανάγκη θεραπείας. Η διαφορά έγκειται εις το ποσοστόν και εις την ποιότητα της επιτυχίας της θεραπείας»[52].


3. «Αναζωπυρείν το χάρισμα»

Έχει δεχθεί μέχρι τώρα ότι η ιερωσύνη είναι μεγάλο χάρισμα που δίδεται σ’ αυτούς που έχουν θεραπευθή από τα πάθη και τίθενται στην θέση του ιατρού για την θεραπεία των παθών του λαού.

Αλλά ο ιατρός χρειάζεται μια διαρκή ανανέωση, διαφορετικά δεν μπορεί να θεραπεύση με νέους τρόπους τις ασθένειες των ανθρώπων. Αυτό το ίδιο, κατά κάποιο βαθμό, συμβαίνει και με τους ιερείς. Χρειάζεται ανύστακτη προσοχή και μεγάλος αγώνας για να κρατούν πάντοτε αυτό το χάρισμα της ιερωσύνης. Ο ιερεύς φέρει μέσα του την ιερωσύνη του Χριστού και πρέπει να την διατηρή αμόλυντη. Αυτό έχει βαθειά σημασία.

Υπάρχουν ιερείς οι οποίοι δεν έχουν καθαιρεθή και, επομένως, μπορούν να λειτουργούν και να τελούν με την Χάρη του Θεού τα Μυστήρια. Εξωτερικά έχουν ακώλυτη ιερωσύνη, διότι δεν έχουν καμμιά καταδικαστική απόφαση της Εκκλησίας. Αλλά η ιερωσύνη τους δεν έχει δύναμη, γιατί την μόλυναν με την ζωή τους. Μπορούν να αγιάζουν τα δώρα, αλλά δεν μπορούν οι ίδιοι να αγιασθούν από αυτά, όπως λέγει ο Νικόλαος Καβάσιλας.

Που φαίνεται αυτή η πνευματική αδυναμία; Φαίνεται κυρίως στο ότι δεν μπορούν να θεραπεύουν και δεν γνωρίζουν να θεραπεύουν. Γιατί το να τελή κανείς τα Μυστήρια είναι της Χάριτος του Θεού, που δίδεται δια του Μυστηρίου της ιερωσύνης. Το να θεραπεύη όμως  τις ασθένειες των ανθρώπων είναι της Χάριτος του Θεού, που δίδεται στον άνθρωπο εκείνον που αξιοποιεί την Χάρη του Βαπτίσματος, που αξιοποιεί το βασιλικό χάρισμα. Έτσι εξηγείται γιατί πολλοί ιερείς αγνοούν και αδυνατούν να θεραπεύουν τα πάθη των ανθρώπων, δεν γνωρίζουν την μέθοδο την οποία πρέπει να εφαρμόζουν. Δεν έχουν ιδέα τι είναι καρδιά, νους, πως αιχμαλωτίζεται ο νους ή πως νεκρώνεται η καρδιά. Πολλές φορές θεωρούν τις διδασκαλίες αυτές σαν αναφερόμενες μόνον στους μοναχούς. Έτσι χωρίζουν την διδασκαλία του Χριστού και των Πατέρων σε μοναχική και κοσμική. Αλλά τέτοια διάκριση δεν υπάρχει στην διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.

Στην συνέχεια θα θέλαμε να εκθέσουμε την διδασκαλία της Εκκλησίας, δια των αγίων Αποστόλων και Πατέρων, πάνω στο θέμα ότι ο ιερεύς πρέπει να αξιοποιή το χάρισμα της ιερωσύνης, να αναζωπυρώνη το χάρισμα το οποίο έλαβε κατά την διάρκεια του Μυστηρίου της ιερωσύνης, γιατί διαφορετικά αδυνατεί να θεραπεύση τις πνευματικές ασθένειες των ανθρώπων.


Βασικά προσόντα των θεραπευτών – ιερέων

Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει στον μαθητή του Τιμόθεο: «μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος» (Α’ Τιμ. δ’, 14). Αυτή η προτροπή είναι ανάλογη με την προτροπή προς τους Χριστιανούς: «Συνεργούντες δε και παρακαλούμεν μη εις κενόν την χάριν του Θεού δέξασθαι υμάς» (Β’ Κορ στ’, 1), και την διαβεβαίωση του ίδιου του Αποστόλου «η χάρις αυτού η εις εμέ ου κενή εγενήθη» (Α’ Κορ. ιε’, 10). Στον Απόστολο Τιμόθεο επίσης δίδει την παραγγελία: «δι’ ην αιτίαν αναμιμνήσκω σε αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού, ο εστιν εν σοι δια της επιθέσεως των χειρών μου» (Β’ Τιμ. α’, 6).

Στις λεγόμενες ποιμαντικές επιστολές ο Απόστολος Παύλος συχνά αναφέρεται στο θέμα αυτό, Ο  επίσκοπος και γενικά ο ιερωμένος πρέπει με τον αγώνα του να διαφυλάττη το χάρισμα της ιερωσύνης, να διακονή αξίως τον Θεόν και τους ανθρώπους, να φυλάττη την παρακαταθήκη.

Θα θέλαμε από τα πολλά χωρία που υπάρχουν να παραθέσουμε μερικά χαρακτηριστικά: «γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν» (Α’ Τιμ. δ’ 7). «Καλός έση διάκονος Ιησού Χριστού, εντρεφόμενος τοις λόγοις της πίστεως και της καλής διδασκαλίας η παρηκολούθηκας» (Α’ Τιμ. δ’, 6). «Τύπος γίνου των πιστών εν λόγω, εν αναστροφή εν αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστει, εν αγνεία» (Α’ Τιμ. δ’, 12). Παρακαλεί τον Τιμόθεο να τηρήση την εντολή «άσπιλον, ανεπίληπτον μέχρι της επιφανείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Α’ Τιμ. στ’, 14). Τον προτρέπει να φυλάττη την παράδοση: «την καλή παραθήκην φύλαξον δια Πνεύματος Αγίου του ενοικούντος εν ημίν» (Β’ Τιμ α’, 14). Αυτή η διαφύλαξη της παραδόσεως πρέπει να γίνεται με το Πνεύμα το Άγιο που κατοικεί μέσα στον Τιμόθεο. Τον προτρέπει να έχη νήψη, προσοχή, ανύστακτη μέριμνα για να ανταποκριθή στην μεγάλη κλήση του Θεού: «συ δε νήφε εν πάσι, κακοπάθησον, έργον ποίησον ευαγγελιστού, την διακονίαν σου πληροφόρησον» (Β’ Τιμ. δ’, 5).

Στην πατερική διδαχή αναφέρονται όλα τα ουσιαστικά προσόντα που πρέπει να κοσμούν τον ιερέα για να μπορή να ανταποκριθή στο μεγάλο του έργο και την υψηλή του κλήση. Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια επιλογή από την πατερική διδασκαλία, κυρίως του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του οσίου Θεογνώστου. Η διδασκαλία των δύο αυτών Πατέρων εκφράζει την διδασκαλία της αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Κατά τον όσιο Θεόγνωστο δεν πρέπει ο ιερεύς να πληροφορήται μόνο από τις ανθρώπινες παραδόσεις, αλλά να έχη μέσα του μυστικώς και κρυπτώς την Χάρη του Θεού: «όρα δε μη πληροφορείσθαι εν τη των θείων τελεταρχία ταις υπ’ ανθρώπων μόνον παραδόσεσιν, αλλ’ έστω σοι και η χάρις κρυπτώς άμα και μυστικώς τα υψηλότερα συνετίζουσα»[53]. Το αξίωμα και το ένδυμα της ψυχής είναι λαμπρόν, αν ο ιερεύς «έχη συνεκλάμπουσαν ένδον και την ψυχήν δια καθαρότητος»[54]. Γι’ αυτό ο ιερεύς πρέπει να φυλάττη αυτό το θείο δώρο «ως κόρην οφθαλμού» και την τιμή να τηρήση άχραντον[55].

Αυτά φανερώνουν ότι απαιτείται μεγάλη νήψη εκ μέρους του ιερέως. Και αυτή η νήψη απαιτεί πολύ πόνο. Η θεία Λειτουργία πρέπει να τελήται υπό του ιερέως πρώτα υπέρ του εαυτού του «νηφόντως και πεπονημένως»[56].

Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιμένει σ’ αυτήν την διαρκή προσοχή για την διαφύλαξη της ιερατικής Χάριτος. Λέγει ότι ο ιερεύς πρέπει να είναι νηφάλιος και διορατικός «και μυρίους πανταχόθεν κεκτήσθαι τους οφθαλμούς»[57]. Να μοιάζη με τα πολυόμματα Χερουβείμ για να λατρεύη καθαρά τον Κύριο των δυνάμεων. Πρέπει να είναι περιφραγμένος από παντού, «τη τε συντόνω σπουδή και τη διηνεκεί περί τον βίον νήψει», για να μη τραυματισθή[58]. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο όπως η φωτιά χρειάζεται ξύλα, έτσι και «η χάρις της προθυμίας της ημετέρας, ίνα αεί αναζέη». Από μας εξαρτάται να σβήση ή να ανάψη αυτό το χάρισμα. Το χάρισμα της «προστασίας της Εκκλησίας» σβήνει «δια της ακηδίας και ραθυμίας», διεγείρεται δε «υπό νήψεως και προσοχής»[59].

Η νήψη είναι απαραίτητη για να διαφυλάξη τον εαυτό του καθαρό και έτσι να παραμείνη η ιερατική Χάρη και ευλογία. Η σεβασμία ιερωσύνη, κατά τον όσιο Θεόγνωστο, «αγγελικής δείται τάξεως  και καθάρσεως και πλείονος της μετά ταύτα ασφαλείας και σωφροσύνης[60]». Πρέπει ο ιερωμένος, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, να είναι τόσο καθαρός ωσάν να στέκεται μεταξύ των επουρανίων δυνάμεων[61]. Η ψυχή του ιερέως, κατά τον ίδιο Πατέρα, πρέπει να είναι καθαρότερη από τις ακτίνες «ίνα μηδέποτε έρημον αυτόν καταλιμπάνη το Πνεύμα το άγιον»[62].

Η μετάνοια είναι ένα άλλο απαραίτητο πνευματικό προσόν για τον ιερέα. «Ρείθροις δακρύων» να λευκαίνεται υπέρ χιόνα και εν συνεχεία με καθαρή συνείδηση να άπτεται «των αγίων ως άγιος»[63].

Η καθαρότητα του ιερέως πρέπει να λάμπη και να ακτινοβολή στους Χριστιανούς. Ο ιερωμένος πρέπει να καθαρίζεται από τα πάθη, «εξαιρέτως δε πορνείας και μνησικακίας, μηδέ ψιλήν έχειν φαντασίαν»[64]. Πολλοί Πατέρες τονίζουν ότι αυτά τα δυο πάθη (πορνεία – μνησικακία) πρέπει να βρίσκωνται μακράν του ιερέως, γιατί διαφορετικά δεν ενεργεί η Χάρη του Θεού για την θεραπεία των ασθενών πνευματικών του παιδιών. Τότε η ιερωσύνη, όπως έχουμε σημειώσει, πάσχει. Τον εαυτό του πρέπει να έχη «τεθυμένον των θανάτω των παθών και των ηδονών»[65]. Άλλωστε, κατά τον αββά Δωρόθεο, «ιερείον εστιν παν το αφιερωμένον εις θυσίαν Θεού, υπόθου πρόβατον ή βουν ή τι των τοιούτων»[66]. Πρέπει να είναι ολοκληρωτικά αφιερωμένος στον Θεό.

Το Ευαγγέλιο, που διαγράφει την πορεία του αγωνιζομένου Χριστιανού για να φθάση στην κοινωνία με τον Θεό, πρέπει μα εφαρμόζεται πρωτίστως από τον διάκονό του, δηλαδή τον ιερωμένο. Η ασκητική της Εκκλησίας, που περιγράφουμε σ’αυτό το βιβλίο, πρέπει να είναι γνωστή στους ποιμένες της Εκκλησίας. Και όταν λέμε να είναι γνωστή δεν εννοούμε ότι πρέπει να γνωρίζεται δια των αναγνωσμάτων, δηλαδή να είναι εγκεφαλικά γνωστή, αλλά είναι βίωμά τους. Γιατί ό,τι περνά μέσα από την καρδιά, αυτό βοηθά τους πιστούς Χριστιανούς. Προσφέρει κανείς το αίμα του για να τραφή ο άλλος. Τεμαχίζεται και χορταίνει τους ανθρώπους.

Πέρα όμως από την κάθαρση και την μετάνοια, την νήψη και την προσοχή, ο ιερωμένος πρέπει να είναι πεπληρωμένος όλων των Χαρίτων του Πνεύματος, όλων των αρετών. Η βασική αρετή είναι η αγία ταπείνωση που, κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, είναι στολή της θεότητος, αφού ο Χριστός για να σώση τον άνθρωπο «εταπείνωσεν εαυτόν», όπως λέγει ο Απόστολος. Άλλωστε η θεία Ευχαριστία που τελεί ο ιερεύς μας υποδεικνύει αυτήν την ταπείνωση του Χριστού. Με την θεία Ευχαριστία έχουμε την δυνατότητα να εισέλθουμε στην αγία ταπείνωση, να αποκτήσουμε το θυσιαστικό ήθος. Γι’ αυτό με την τέλεση της θείας Λειτουργίας δεν επιδιώκουμε απλώς να μεταβληθούν ο άρτος και ο οίνος σε Σώμα και Αίμα Χριστού, αλλά να αποκτήσουμε το ήθος του Χριστού. Και αυτό είναι η ταπείνωση. Επιδιώκουμε να εισδύσουμε μέσα στο πνεύμα της θείας Ευχαριστίας, που είναι η κένωση.

Μέσα σ’ αυτήν την προοπτική ο όσιος Θεόγνωστος παραγγέλλει: «ταπείνου σεαυτόν ωσεί και σφαγής πρόβατον, υπερέχοντάς σου πάντας εν αληθεία ηγούμενος»[67]. Προτρέπει μάλιστα ο ίδιος Πατήρ χαρακτηριστικά: «έχων σεαυτόν γην και σποδόν και κάθαρμα και κύνα τινα, και θρήνει διαπαντός...»[68]. Την ιερατική διακονία πρέπει να την διέρχεται «μετά φόβου και τρόμου» και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να ορθοτομή τον λόγο της αληθείας και να κατεργάζεται την σωτηρία του[69]. Όμως οι άγιοι Πατέρες γνωρίζουν και την υπάρχουσα πραγματικότητα. Δεν αγνοούν και την ύπαρξη πολλών αναξίων ιερέων που, χωρίς να διαθέτουν αυτά τα ουσιαστικά προσόντα, τολμούν να διακονούν τα άγια Μυστήρια. Η ιερωσύνη, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, δεν σκεπάζει τα πάθη του ανθρώπου, αλλά τα αποκαλύπτει, τα φανερώνει. Όπως η φωτιά δοκιμάζει τις μεταλλικές ύλες «ούτω και η του κλήρου βάσανος τας των ανθρώπων διακρίνει ψυχάς∙ καν οργίλος τις η, καν μικρόψυχος, καν φιλόδοξος, καν αλαζών, καν ό,τι δήποτε έτερον, άπαντα εκκαλύπτει και γυμνοί ταχέως τα ελαττώματα∙ ου γυμνοί δε μόνον, αλλά και χαλεπώτερα και ισχυρότερα αυτά καθίστησιν»[70]

Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης αναφέρει περίπτωση κατά την οποία είδε γέροντες ιερείς «υπό δαιμόνων εμπαιζομένους»[71].

Δεν διστάζουν οι άγιοι Πατέρες να φανερώσουν και την τιμωρία των αναξίων ιερέων, αυτών που μετέρχονται αυτό το μεγάλο υπούργημα χωρίς την κατάλληλη δοκιμασία, προετοιμασία και ζωή. Και αυτό γιατί, αντί να θεραπεύουν τις ψυχές του ποιμνίου, τις σκανδαλίζουν.

Ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης γράφει: «Μη παίζωμεν εις τα θεία»[72].

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι αυτή η ίδια η ιερωσύνη θα μας κατηγορήση, εάν δεν την εξασκούμε σωστά: «Επεί ή γε ιερωσύνη και εγκαλέσει δικαίως ημίν, ουκ ορθώς αυτήν μεταχειρίζουσιν»[73].

Κατά τον όσιο Θεόγνωστο, ο αδιόρθωτος ιερεύς ο οποίος εκουσίως δεν απέχει της θείας ιεροτελεστίας πέφτει «εις χείρας Θεού ζώντος μετ’ οργής ου φειδομένου φιλανθρώπως»[74]. Διασώζει την πληροφορία ότι «πολλοί κανταύθα των αναξίως ιερουργούντων, αιφνιδίω αναρπασθέντες θανάτω, τοις εκείσε παρεπέμφθησαν δικαιωτηρίοις»[75].

Έχει υπ’ όψη του δύο παραδείγματα αναξίων ιερέων με διαφορετικά αποτελέσματα. Ο ένας, ενώ εξωτερικά φαινόταν τίμιος στους ανθρώπους, εν τούτοις όμως ήταν «ένδοθεν κρυπτώς λαγνεύων και μολυνόμενος» και έτσι, όταν την ώρα του χερουβικού ύμνου έλεγε το «ουδείς άξιος», «εξαίφνης ευρέθη νεκρός»[76]. Ο άλλος ιερεύς είχε πέσει σε πάθος πορνείας, γι’ αυτό αρρώστησε από ανίατη ασθένεια και προσήγγισε τον θάνατο. Όταν ήλθε σε συναίσθηση της αναξιότητός του και ορκίσθηκε να σταματήση να ιερουργή «κατά πόδας δ’ ευθέως και η θεραπεία επηκολούθει, ως μηδ’ ίχνος τούτω εναπομείναι νοσήματος»[77].

Επιμείναμε πάνω στο σημείο αυτό, καίτοι φαινόταν ότι βρισκόμασταν έξω από το θέμα που μας απασχολεί, γιατί θέλαμε κυρίως να τονίσουμε ότι η ιερωσύνη είναι ποιμαντική διακονία του λαού. Ο ιερεύς και ο επίσκοπος έχουν  αυτήν την μεγάλη τιμή να υπηρετούν τον λαό. Υπηρεσία του λαού, πρωτίστως και κυρίως είναι η θεραπεία. Άλλωστε η Εκκλησία δεν υπάρχει απλώς για να κάνη κοινωνικό έργο και να εξυπηρετή τις κοινωνικές ανάγκες των ανθρώπων, αλλά  για να οδηγή τους ανθρώπους στην σωτηρία, δηλαδή στην θεραπεία της ψυχής. Το έργο αυτό απαιτεί πολλά προσόντα. Χρειάζεται να ενοική μέσα στον ιερωμένο η άκτιστη Χάρη του Θεού. Δεν πρέπει  απλώς να τελή τα Μυστήρια, αλλά και να αγιάζεται από αυτά, ώστε αγιαζόμενος να αγιάζη με την ύπαρξή του τους ανθρώπους. Το έργο αυτό είναι υψηλότατο, γι’ αυτό ο ιερός Χρυσόστομος αποφαίνεται: «Ουκ οίμαι είναι πολλούς εν τοις ιερεύσι τους σωζομένους, αλλά πολλώ πλείους τους απολλυμένους∙ το δε αίτιον, ότι μεγάλης το πράγμα δείται ψυχής»[78].


4. Πνευματική ιερωσύνη

Έχουμε ήδη διατυπώσει την σκέψη ότι ο ιερεύς εκτελεί διπλό έργο. Το ένα είναι η λειτουργία των θείων Μυστηρίων και το άλλο η θεραπεία των ανθρώπων, ώστε αξίως να προσέλθουν και να κοινωνήσουν των αχράντων Μυστηρίων. Έχουμε ακόμη υπογραμμίσει ότι υπάρχουν πολλοί ιερείς, οι οποίοι εξωτερικά έχουν ακώλυτη την ιερωσύνη, αλλά ουσιαστικά έχουν μολύνει την ιερωσύνη, και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δεν μπορούν να θεραπεύσουν. Τελούν μεν τα Μυστήρια και αγιάζονται τα δώρα δι’ αυτών, αλλά δεν μπορούν να θεραπεύσουν τους ανθρώπους ούτε να σώσουν την δική τους ψυχή.

Από την άλλη πλευρά υπάρχουν λαϊκοί και μοναχοί οι οποίοι δεν έχουν την μυστηριακή ιερωσύνη, αλλά μπορούν να θεραπεύσουν τους ανθρώπους, γιατί έχουν την πνευματική ιερωσύνη. Ακριβώς σ’αυτό το σημείο θέλουμε να επιμείνουμε για λίγο.

Με το άγιο Βάπτισμα και την προσπάθεια να τηρήσουμε τις εντολές του Χριστού όλοι οι Χριστιανοί ενδυόμαστε τον Χριστό και κατ’ αυτόν τον τρόπο μετέχουμε του Βασιλικού, Προφητικού και Αρχιερατικού αξιώματος του Χριστού.

Στα κείμενα της Καινής Διαθήκης διασώζεται αυτή η διδασκαλία. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψή του γράφει: «τω αγαπώντι ημάς και λούσαντι ημάς από των αμαρτιών ημών εν τω αίματι αυτού, και εποίησεν ημάς βασιλείαν, ιερείς τω Θεώ και πατρί αυτού» Αποκ. α’, 5-6). Ο Απόστολος Πέτρος λέγει: «υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν» (Α’ Πέτρ. β’, 9). Και ο Απόστολος Παύλος γράφει προς τους Χριστιανούς της Ρώμης: «Παρακαλώ ουν υμάς, αδελφοί, δια των οικτιρμών του Θεού, παραστήσαι τα σώματα υμών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ, την λογικήν λατρείαν υμών» (Ρωμ. Ιβ’, 1).

Αυτήν την διδασκαλία συναντούμε και σε πολλούς Πατέρας, ότι δηλαδή ο κάθε άνθρωπος είναι ιερεύς του Χριστού, με την έννοια που καθορίσαμε προηγουμένως και θα αναπτύξουμε περισσότερο  πιο κάτω. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τον Αβραάμ τον παρουσιάζει και ως ιερέα, γιατί όπου υπάρχει πυρ, θυσιαστήριο και μαχαίρι «τι αμφιβάλλεις υπέρ της ιερωσύνης;» Η θυσία του Αβραάμ ήταν διπλή. Προσέφερε και τον μονογενή του υιό και το πρόβατο, «μάλλον δε προ πάντων την εαυτού γνώμην». Με το αίμα του προβάτου αγίασε την δεξιά του χείρα, με την σφαγή του παιδίου (που είχε την απόφαση να κάνη) αγίασε την ψυχή. «Ούτως εχειροτονήθη ιερεύς, αίματι μονογενούς, θυσία αμνού». Ακριβώς μετά από αυτό ο ιερός Χρυσόστομος προτρέπει τους ακροατάς του: «Ούτω και συ γίνη Βασιλεύς και ιερεύς, και προφήτης εν τω λουτρώ∙ Βασιλεύς μεν πάσας χαμαί ρίψας τας πονηράς πράξεις, και τα αμαρτήματα κατασφάξας∙ ιερεύς δε, εαυτόν προσενεγκών τω Θεώ, και καταθύσας το σώμα, και σφαγείς και αυτός»[79].

Όλοι οι πιστοί, οι βαπτισθέντες στο όνομα της Αγίας Τριάδος και ζώντες κατά το θέλημα του Αγίου Τριαδικού Θεού, είναι ιερείς, έχουν πνευματική ιερωσύνη. Προτιμούμε τον όρο πνευματική ιερωσύνη από άλλους όρους, όπως γενική ή λαϊκή ιερωσύνη, γιατί αυτήν την ιερωσύνη μπορούν να την έχουν κληρικοί και λαϊκοί και ακόμη γιατί δεν την έχουν όλοι οι βαπτισθέντες, αλλά όσοι έχουν γίνει κατοικητήριο του Αγίου Τριαδικού Θεού. Την πνευματική ιερωσύνη έχουν οι πιστοί εκείνοι που έχουν νοερά προσευχή και κυρίως όσοι έφθασαν σε τέτοιο βαθμό Χάριτος, ώστε να προσεύχωνται υπέρ όλου του κόσμου. Αυτή είναι η πνευματική ιερουργία υπέρ της οικουμένης. Οι προσευχές αυτών των ανθρώπων, που θυσιάζονται προσευχόμενοι υπέρ πάντων, κρατούν την οικουμένη και θεραπεύουν τους ανθρώπους. Γιατί με την προσευχή γίνονται εξορκισταί, εκδιώκουν τα δαιμόνια που κυριαρχούν στις ανθρώπινες κοινωνίες. Αυτό είναι  το μεγάλο έργο των προσευχομένων αδιαλείπτως υπέρ όλου του κόσμου.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης έχει γράψει γι’ αυτήν την πνευματική ιερωσύνη, που είναι και το ουσιαστικό υπόβαθρο της μυστηριακής ιερωσύνης. Γιατί, όπως έχουμε γράψει, όσοι πιστοί θεραπεύονταν και αποκτούσαν την νοερά προσευχή εκλέγονταν για να λάβουν και την ειδική Χάρη της Ιερωσύνης. Κατά τον άγιο Γρηγόριο η νοερά προσευχή είναι «η μυστική του νοός ιερουργία». Γράφει χαρακτηριστικά: «αρχή της νοεράς προσευχής η ενέργεια, είτ’ ουν η καθαρτική του πνεύματος δύναμις και η μυστική του νοός ιερουργία»[80]. Εκείνος που αποκτά το χάρισμα της νοεράς προσευχής αισθάνεται την ενέργεια της Χάριτος μέσα του, η οποία γίνεται καθαρτική, φωτιστική και μυστική. Αυτή είναι η εσωτερική ιερωσύνη και η εσωτερική θεία Λειτουργία.

Όσοι φθάνουν σ’ αυτήν την κατάσταση είναι ιερείς. Ιερατείο αληθινό είναι η καρδιά που ενεργείται υπό του Πνεύματος χωρίς λογισμούς. «Ιερατείον αληθινόν και προ της μελλούσης βιώσεως, η χωρίς λογισμών καρδία ενεργουμένη των πνεύματι∙ πάντα γαρ εκεί τελείται και λέγεται πνευματικώς»[81].

Το χωρίο αυτό του αγίου Πατρός μας δίδει την αφορμή να πούμε ότι η πνευματική ιερωσύνη είναι εκείνη που θα περάση στον άλλον αιώνα, στην Βασιλεία των Ουρανών. Χωρίς να θέλουμε να ενδιατρίψουμε στο θέμα του ανεξαλείπτου ή μη της μυστηριακής ιερωσύνης, τονίζουμε την αλήθεια ότι η μυστηριακή ιερωσύνη είναι για τον λαό, για να εξυπηρετή τις ανάγκες του λαού, ενώ η πνευματική ιερωσύνη είναι εκείνη που θα συνεχίση να λειτουργή στο επουράνιο Θυσιαστήριο, στην μέλλουσα ζωή. Όσοι έχουν αυτήν την πνευματική ιερωσύνη αποτελούν «αληθινόν ιερατείον», που αρχίζει από εδώ «προ της μελλούσης βιώσεως». Μέσα σ’αυτό το ιερατείο μπορούν να υπαχθούν όλες οι κατηγορίες των ανθρώπων, φυσικά και οι γυναίκες. Γι’ αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία που οι γυναίκες δεν μπορούν, κατά την Ορθόδοξη Παράδοση, να δεχθούν την μυστηριακή ιερωσύνη. Έχουν την δυνατότητα να γίνουν «το αληθινόν ιερατείον».

Αλλού ο ίδιος (άγιος Γρηγόριος Σιναΐτης) είναι σαφής. «Ιερείς και βασιλείς τη αληθεία χρίονται εν τη ανακαινίσει πάντες οι ευσεβείς, ώσπερ κατά τον τύπον τότε και οι παλαιοί». Οι ιερείς της Παλαιάς Διαθήκης ήταν «τύποι... τη ημετέρα αληθεία», αλλά παρά ταύτα η «ημετέρα βασιλεία και ιερατεία» δεν είναι «ομοιότροπος και ομοειδής»[82].

Όταν ο νους του ανθρώπου ανακαλυφθή, όταν ελευθερωθή από την αιχμαλωσία του και δεχθή την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος, γίνεται «ιερατείον πνευματικόν», και τότε μέσα στο θυσιαστήριο της ψυχής ιερουργεί μυστικώς και μετέχει εν αρραβώνι του αμνού του Θεού. Εσθίει, το πνευματικό αυτό ιερατείο, τον αμνό του Θεού μέσα στο νοερό θυσιαστήριο της ψυχής, αλλά συγχρόνως γίνεται ως ο αμνός. Έτσι καταλαβαίνουμε καλά ότι, όταν μέσα μας ενεργή η νοερά προσευχή, τότε γίνεται μια ακατάπαυστη θεία Λειτουργία που τρέφει όλη την ύπαρξή μας. Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: « Ιερατείον πνευματικόν εστι προ της μελλούσης υπέρ νουν απολαύσεως, η νοερά του νοός ενέργεια, τον αμνόν μυστικώς εν αρραβώνι του Θεού εν τω της ψυχής θυσιαστηρίω και ιερουργούντος και μετέχοντος∙ εσθίειν δε εστί τον αμνόν του Θεού εν τω νοερώ θυσιαστηρίω της ψυχής, ου το νοήσαι ή μετασχείν μόνον, αλλά και  το γενέσθαι ως τον αμνόν κατά την μόρφωσιν εν τω μέλλοντι∙ τους μεν γαρ λόγους ενταύθα∙ τα δε πράγματα των μυστηρίων, εκείσε απολαβείν ελπίζομεν»[83].

Επίσης ο ίδιος άγιος γράφει ότι η Βασιλεία των Ουρανών μοιάζει με θεότευκτο σκηνή «κατά την Μωσαϊκήν, εν δυσί καταπετάσμασι του μέλλοντος αιώνος έχουσα». Και στην πρώτη σκηνή θα εισέλθουν «όσοι ιερείς χάριτος», στην Δευτέρα σκηνή όσοι από εδώ λειτούργησαν «εν τω της θεολογίας γνόφω ιεραρχικώς εν τελειότητι» και όσοι έχουν τελετάρχη και ιεράρχη πρώτον προς την Τριάδα τον Ιησού[84].

Επομένως, όσοι έχουν αποκτήσει το χάρισμα της θεολογίας, όπως αναπτύξαμε πιο πάνω, όσοι δηλαδή μετά την φυσική θεωρία εισήλθαν στον θείο γνόφο, αυτοί είναι ιερείς του Θεού, αποτελούν αυτό  το αληθινό και πνευματικό ιερατείο. Και αφού αποτελούν το πνευματικό ιερατείο μπορούν να θεραπεύσουν τους ασθενείς.

Ο Νικήτας ο Στηθάτος διδάσκει ότι, αν κάποιος ιερεύς, διάκονος ή και μοναχός ακόμη μετέχη της θείας Χάριτος, με όλες τις προϋποθέσεις που καταγράφουν οι άγιοι Πατέρες, «ούτος επίσκοπος αληθής», έστω κι αν δεν έχη χειροτονηθή από τους ανθρώπους επίσκοπος και ιεράρχης. Αντίθετα, όποιος είναι αμύητος αυτής της  πνευματικής ζωής είναι «ψευδώνυμος όντως, καν τη χειροτονία μέγα φρονή τω αξιώματι των άλλων απάντων υπερκαθέζηται και καταμωκάται τούτων και κατεπαίρηται»[85].

Πιθανόν να μη ακούγεται καλά η φράση που αναφέραμε προ ολίγου, ότι όσοι «αποτελούν το πνευματικό ιερατείο μπορούν να θεραπεύσουν τους ασθενείς». Όμως η διδασκαλία του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου στο σημείο αυτό είναι πολύ αποκαλυπτική.

Γράφει ο άγιος ότι το δικαίωμα του δεσμείν και λύειν αμαρτίες είχαν μόνον οι αρχιερείς, οι οποίοι το ελάμβαναν κατά διαδοχήν από τους Αποστόλους. Όταν όμως αυτοί αχρειώθηκαν, τότε «εις ιερείς βίον έχοντας άμωμον και χάριτος θείας ηξιουμένους η φρικτή εγχείρησις αύτη προβέβηκεν». Όταν όμως και αυτοί οι ιερείς μαζί με τους αρχιερείς περιέπεσαν σε πνεύματα πλάνης «μετήχθη, ως είρηται, εις τον εκλεκτόν λαόν του Θεού, λέγω δη τους μοναχούς, ουκ εκ των ιερέων ή αρχιερέων αφαιρεθείσα, αλλά ταύτης εαυτούς εκείνων αλλοτριωσάντων»[86].

Το δικαίωμα του δεσμείν και λύειν αμαρτίας δεν δόθηκε, κατά τον άγιο Πατέρα, «απλώς ούτως και δια μόνην την χειροτονίαν». Με την χειροτονία δόθηκε στους μητροπολίτας και επισκόπους «ιερουργείν μόνον». Η εξουσία της αφέσεως δόθηκε «μόνοις εκείνοις, όσοις εν ιερεύσι και αρχιερεύσι και μοναχοίς το συγκαταριθμείσθαί εστι τοις των μαθητών του Χριστού χοροίς δια την αγνότητα»[87].

Πιστεύουμε πως ο άγιος Συμεών ανέπτυξε αυτήν την διδασκαλία πρώτον, για να τονίση ότι το Μυστήριο της ιερωσύνης δεν μεταδίδει μαγικά την εξουσία της συγχωρήσεως των αμαρτιών στους ανθρώπους, αν ο άνθρωπος δεν έχη την πνευματικής εσωτερική ιερωσύνη, δεύτερον, για να παρουσιάση την άθλια κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Κλήρος της εποχής του, τρίτον, για να υπογραμμίση αξία της πνευματικής ιερωσύνης, που είναι η νοερά προσευχή και η θεωρία του Θεού, που δυστυχώς τότε, όπως και σήμερα, παραθεωρείται και τέταρτον, γιατί ο ίδιος είχε προσωπική εμπειρία του θέματος από την άποψη ότι ο Γέροντάς του, που δεν είχε χειροτονηθή από αρχιερέα, είχε την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος και την δυνατότητα να συγχωρή αμαρτίες.

Ωστόσο ο Γέροντάς του, δηλαδή ο Συμεών ο Ευλαβής, δεν παραθεωρούσε το Μυστήριο της Ιερωσύνης. Γράφει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: η Χάρη του δεσμείν και λύειν αμαρτίας δίδεται «τοις θέσει ούσιν υιοίς και αγιοίς δούλοις αυτού. Τοιούτω και αυτός εγώ εμαθήτευσα πατρί χειροτονίαν εξ ανθρώπων μη έχοντι, αλλά χειρί με Θεού είτ’ ουν Πνεύματι εις μαθητείαν εγκαταλέξαντι και την εξ ανθρώπων χειροτονίαν δια τον παρακολουθήσαντα τύπον καλώς λαβείν με κελεύσαντι, πάλαι υπό του Αγίου Πνεύματος επί τούτο σφοδρώ ποθώ κινούμενον... Εκείνος ακούσας τας του Χριστού (εντολάς) γέγονε μέτοχος της χάριτος και των δωρεών αυτού και την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν τα αμαρτήματα παρ’ αυτού έλαβε, τω Αγίω Πνεύματι πυρωθείς»[88].

Όταν λέμε άφεση αμαρτιών πρέπει να την εννοούμε κυρίως ως θεραπεία παθών. Έτσι βλέπουμε καθαρά σήμερα ότι «χαριτωμένοι» μοναχοί, χωρίς να έχουν ιερωσύνη μυστηριακή, μας θεραπεύουν. Διορατικοί όντες, αντιλαμβάνονται το πρόβλημα που μας βασανίζει, μας δίδουν φάρμακο και τρόπο θεραπείας και έτσι θεραπευόμαστε από αυτό που εσωτερικά μας απασχολούσε. Η ύπαρξη τέτοιων αγίων ανθρώπων είναι παρηγοριά του λαού.


5. Αναζήτηση θεραπευτών

Ερχόμαστε τώρα στην τέταρτη ενότητα αυτού του κεφαλαίου, που είναι η αναζήτηση των θεραπευτών. Αφού συνειδητοποιήσουμε την ασθένεια την πνευματική καθώς επίσης και την μεγάλη αξία των ιερέων – θεραπευτών πρέπει να τους αναζητήσουμε για να απαλλαγούμε από τα έλκη της ψυχής μας. Χρειάζεται πραγματικά μεγάλος αγώνας για να βρεθούν αυτοί οι αληθινοί ηγέτες του λαού, οι ιατροί των ψυχών και των σωμάτων, αφού μάλιστα πολλές ασθένειες σωματικές οφείλονται στις πνευματικές.

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς σε ομιλία του «εις το της Καινής Κυριακής ευαγγέλιον» συνιστά: κάθε Χριστιανός, μετά τον εκκλησιασμό, κατά την ημέρα της Κυριακής, «ζητείτω μετ’ επιμελείας» κάποιον που, μιμούμενος τους Αποστόλους οι οποίοι βρίσκονταν μέσα στο υπερώο μετά την Σταύρωση του Χριστού, «κατάκλειστος ως τα πολλά διαμένει δια της εν ησυχία προσευχής και ψαλμωδίας  και της άλλης καταλλήλου διαίτης παθών τον Κύριον». Ας προσέλθη τότε σε εκείνον, ας εισέλθη με πίστη στον οικίσκο εκείνου «καθάπερ ουράνιόν τινα χώρον ένδον έχοντα την  αγιαστικήν του Πνεύματος δύναμιν», ας παρακαθήση με τον ένοικο, ας παραμείνη μαζί του και ας ρωτήση «περί Θεού και των θείων», μαθαίνοντας με ταπείνωση και επικαλούμενος την ευχή του. Τότε, λέγει ο άγιος, γνωρίζω καλά ότι θα έλθη σ’ αυτόν αοράτως ο Χριστός «και την ειρήνην ένδον τω λογιζομένω της ψυχής παρέξει και τη πίστει προσθήσει και τον στηριγμόν επιδώσει και μετά των εκλεκτών κατατάξει κατά τον καιρόν εν τη Βασιλεία των ουρανών»[89].

Χρειάζεται αναζήτηση τέτοιου πνευματικού πατρός. Στο σημείο αυτό είναι αξιοπρόσεκτα τα όσα λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Να παρακαλής, λέγει, τον Θεό όπως δείξη άνθρωπον «τον καλώς ποιμάναντά σε δυνάμενον» εις τον οποίον οφείλεις υπακοή. Οφείλουμε να κάνουμε υπακοή σ’ αυτόν που μας υπέδειξε ο Θεός «μυστικώς δι’ εαυτού ή φανερώς δια δούλου αυτού» και να τον σεβαστούμε «ως αυτόν τον Χριστόν»[90].

Στον πνευματικό πατέρα, τον απαθή, που ο Θεός υπέδειξε σε μας, πρέπει να έχουμε τέτοια εμπιστοσύνη, όση εμπιστοσύνη και αγάπη τρέφει ο άρρωστος στον ιατρό του, αναμένοντας από αυτόν την ίαση και θεραπεία. Μάλλον πρέπει να έχουμε περισσότερη εμπιστοσύνη και αγάπη, όταν ληφθή υπ’ όψη η διαφορά μεταξύ ψυχής και σώματος. Στον πνευματικό βρίσκεται αυτός ο Ίδιος ο Χριστός. Είναι «το στόμα του Θεού».

Στην συνέχεια ο άγιος Συμεών προσαρμόζει την στάση των Αποστόλων προς τον Χριστό με τη στάση που πρέπει εμείς να έχουμε στον πνευματικό πατέρα, διότι έτσι θα έλθη η θεραπεία της ψυχής μας. Όπως ακολούθησαν οι Απόστολοι τον Χριστό, έτσι να κάνουμε και εμείς. Όταν ατιμάζουν και περιφρονούν τον πνευματικό δεν πρέπει να τον εγκαταλείπουμε. Και όμως ο Πέτρος έλαβε την μάχαιρα και απέκοψε το ωτίον, «λάβε την μάχαιραν και την χείρα εκτείνας, μη το ωτίον μόνον αλλά και την χείρα και την γλώσσαν απόκοψον του επιχειρούντος λέγειν κατά του σου πατρός ή αυτού άπτεσθαι». Εάν τον αρνηθής, να κλαύσης ως ο Πέτρος. Εάν τον δης, λέγει ο άγιος, να σταυρώνεται, τότε αν μπορής «συναπόθανον» μετ’ αυτού. Αν αυτό είναι αδύνατον τότε μη προστεθής στους προδότας και κακούργους. «Εάν αφεθή των δεσμών, πάλιν πρόσελθε και ως μάρτυρα αυτόν σεβάσθητι∙ ει δε συναποθάνη τοις πειρασμοίς, το σώμα αυτού παρρησιαζόμενος ζήτησον∙ και τίμησον περισσότερον μάλλον ή ότε εμψυχομένω παρίστασο και μύροις αλείψας πολυτελώς ενταφίασον»[91].

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι τον πνευματικό πατέρα, τον θεραπευτή, τον θέτει στην θέση του Χριστού.

Ο άγιος Συμεών χρησιμοποιεί και ένα τύπο προσευχής με την οποία πρέπει να προσευχόμαστε για την εύρεση του καταλλήλου πνευματικού οδηγού, που θα μας προσφέρη την ίαση την πνευματική.

«Κύριε, ο μη θέλων τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν, ο κατελθών δια τούτο επί της γης, ίνα τους κειμένους και τεθανατωμένους υπό της αμαρτίας εξαναστήσης και σε κατιδείν αυτούς, το φως το αληθινόν, ως ιδείν ανθρώπω δυνατόν, καταξιώσης, πέμψον μοι άνθρωπον γινώσκοντά σε, ίνα ως σοι δουλεύσας αυτώ και πάση δυνάμει μου υποταγείς και το σον εν τω εκείνου θελήματι ποιήσας θέλημα, ευαρεστήσω σοι τω μόνω Θεώ και καταξιωθώ σου καγώ της βασιλείας σου ο αμαρτωλός»[92].

Αν κατ’ αυτόν τον τρόπο προσεύχεται ο Χριστιανός, τότε ο Θεός θα φανερώση τον κατάλληλο γι’ αυτόν πνευματικό πατέρα για να επιμεληθή τις ασθένειες και τα τραύματα της ψυχής του.

Βέβαια πρέπει να μη παραβλέψη κανείς ότι τέτοιοι θεραπευτές, όπως στην εποχή του αγίου Συμεών έτσι και σήμερα, είναι σπάνιοι. «Σπάνιοι γαρ ως αληθώς και μάλιστα άρτι οι καλώς ποιμαίνειν και ιατρεύειν ψυχάς λογικάς επιστάμενοι»[93].

Συμπερασματικά πρέπει να λεχθή ότι είναι ανάγκη να αναζητήσουμε και να βρούμε τέτοιους επιστήμονες ιατρούς, θεραπευτάς ή και νοσοκόμους ακόμη, για να ιαθούμε πνευματικά. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος θεραπείας. Ο Θεός είναι ο πραγματικός θεραπευτής μας, αλλά και οι φίλοι του Χριστού, οι άγιοι στους οποίους κατοικεί ο Ίδιος ο Τριαδικός Θεός.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1970, Λόγος Α’, ιδ’, σελ. 15

[2] S C 129, 174

[3] S C 129, 140

[4] S C 129, σελ. 140-142

[5] S C 174, 86-92

[6] S C 129, 116-118

[7] αγ. Γρηγορίου Θεολόγου: Περί Ιερωσύνης λόγοι, απόδοσις Θεοδ. Σπεράντζα, Αθήνα 1968,         σελ. 42, λγ’

[8] αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου: Οι περί Ιερωσύνης λόγοι, ερμηνεία Χρήστου, εκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 96

[9] ένθ. ανωτ. σελ. 66

[10] ένθ. ανωτ. σελ. 120

[11]αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου: Οι περί Ιερωσύνης λόγοι, ερμηνεία Χρήστου, εκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 84

[12] Οσίου Θεογνώστου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 270, οβ’

[13] ένθ. ανωτ. Β’, σελ. 269, οα’

[14] Ισιδώρου Πηλουσιώτου εις Νικοδήμου Ερμηνεία Επιστολών τόμος Α’, σελ. 227, σημ. 2

[15] Π.Τρεμπέλα: Δογματική, τόμος Γ’, εκδ. Σωτήρ, σελ. 293

[16] Ιω. Ρωμανίδου: Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, εκδ. Πουρνάρα, σελ. 27-28

[17] P G 60, 116

[18] P G 60, 119

[19] ένθ. ανωτ.

[20] αγ. Νικοδήμου αγιορείτου: Ερμηνεία εις τας Επιστολάς, τόμος Γ’, σελ. 95

[21] ένθ. ανωτ. σελ. 118, σημ. 1

[22] S C 196, 294-296

[23] Φιλοκαλία Β’, σελ. 257, ιδ’

[24] Γρηγορίου Θεολόγου έργα, Ε.Π.Ε. τόμος 1ος, σελ. 192-194

[25] αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου: Οι περί Ιερωσύνης λόγοι, ερμηνεία Χρήστου, εκδ. Ρηγοπούλου,      σελ. 150

[26] P G 62, 610

[27] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 335-337

[28] Ιερομ. Αρτεμίου Ραντοσάβλιεβιτς: Το μυστήριον της σωτηρίας κατά τον Άγ. Μάξιμον τον Ομολογητήν, Αθήνα 1975, σελ. 165

[29] ένθ. ανωτ. σελ. 171-172

[30] Φιλοκαλία Β’, σελ. 16, κα’

[31] αγ. Νικοδήμου αγιορείτου: Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, εκδ. Σχοινά Βόλος 1969, σελ. 154, σημ. 1

[32] P G 3, 506-506, παρ. 6 και 7

[33] P G 3, 396, παρ. 6 και 7

[34] P G 3, 505-508, παρ. 6 και 7

[35] P G 3, 508, παρ. 7

[36] P G 3, 504, παρ. 3

[37] P G 3, 509-516, βλ. και 504-505 παρ. 4

[38] P G 3, 512, παρ. 5

[39] P G 3, 512, παρ. 5

[40] P G 3, 505, παρ. 5

[41] P G 3, 372, παρ. 2

[42] P G 3, 375, παρ. 3

[43] P G 3, 401, παρ. 5

[44] P G 3, 504-505, παρ. 4

[45] S C 174, 98-100

[46] Οσίου Θεογνώστου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 265, να’

[47] ένθ. ανωτ. σελ. 265, νβ’

[48] Ιω. Ρωμανίδου: Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, εκδ. Πουρνάρα, σελ. 28-29

[49] Περιοδ. «Ορθόδοξη Μαρτυρία», αριθ. 15, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 1985, σελ. 12

[50] αγ. Νικοδήμου αγιορείτου: Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, εκδ. Σχοινά Βόλος 1969, σελ. 15

[51] αγ. Νικοδήμου αγιορείτου: Ερμηνεία εις τας Επιστολάς, τόμος Γ’, σελ. 112-113, σημ. 1

[52] Ιω. Ρωμανίδου: ένθ. ανωτ. σελ. 29-31

[53] Φιλοκαλία Β’, σελ. 258, ιη’

[54] ένθ. ανωτ. Β’, 266, νστ’

[55] ένθ. ανωτ. Β’, 265, ν’

[56] ένθ. ανωτ. Β’, 267, ξ’

[57] αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου: Οι περί Ιερωσύνης λόγοι, ερμηνεία Χρήστου, εκδ. Ρηγοπούλου,      σελ. 104

[58] ένθ. ανωτ. σελ. 110-112

[59] P G 62, 603

[60] Φιλοκαλία Β’, σελ. 264, μθ’

[61] αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου: ένθ. ανωτ. σελ. 84

[62] ένθ. ανωτ. σελ. 200

[63] Οσίου Θεογνώστου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 258, ιη’

[64] ένθ. ανωτ. σελ. 258, ιζ’

[65] ένθ. ανωτ. σελ. 257, ιγ’

[66] Αββά Δωροθέου ομιλίαι, εκδ. Γρηγορίου Παλαμά, Φιλοκ. 12, σελ. 590

[67] Φιλοκαλία Β’, σελ. 269, ο’

[68] ένθ. ανωτ. σελ. 258, ιστ’

[69] ένθ. ανωτ. σελ. 265, νγ’

[70] αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου: ένθ. ανωτ. σελ. 216

[71] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, εκδ. Παπαδημητρίου, Λόγος ΙΔ’, ζ’, σελ. 82

[72] αγ. Νικοδήμου αγιορείτου: Ερμηνεία εις τας επιστολάς, τόμος Γ’, σελ. 112, σημ. 1

[73] αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου: ένθ. ανωτ. σελ. 98

[74] Φιλοκαλία Β’, σελ. 265, νδ’

[75] ένθ. ανωτ. σελ. 258, κ’

[76] ένθ. ανωτ. σελ. 259, κα’

[77] ένθ. ανωτ. σελ. 266, νε’

[78] P G 60, 39

[79] ένθ. ανωτ. 61, 417

[80] Φιλοκαλία Δ’, 51, ρια’

[81] αγ. Γρηγορίου Σιναΐτου: Φιλοκαλία, ένθ. ανωτ. σελ 31, ζ’

[82] Φιλοκαλία, ένθ. ανωτ. σελ. 61, ρλγ’

[83] ένθ. ανωτ. σελ. 51, ριβ’

[84] ένθ. ανωτ. σελ. 37, μγ’

[85] Γεωργίου Μαντζαρίδου: Παλαμικά, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 279-280

[86] Αρχιεπ. Βασιλείου Κριβοσέΐν: Μέσα στο Φως του Χριστού, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσ/νίκη 1983, σελ. 177

[87] ένθ. ανωτ, σελ. 179

[88] ένθ. ανωτ. σελ. 180-181

[89] Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε. τόμος 9, σελ. 512-514

[90] S C 104,  σελ. 334

[91] ένθ. ανωτ. σελ. 340-342

[92] ένθ. ανωτ. 129, 186-188

[93] ένθ. ανωτ. 104, 346

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου