Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Πορνεία : Ὀρθόδοξη θεώρηση και θεραπευτική Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου


πού ἔγινε στόν Ἱερό Ναό Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου Τερψιθέας Γλυφάδας, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γλυφάδας, τήν Κυριακή 9 Ἀπριλίου 2006, Ε᾽ Νηστειῶν, μνήμης τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, στά πλαίσια τοῦ ΣΤ᾽ Κατανυκτικοῦ Ἐσπερινοῦ.
 


Σεβασμιότατε, σεβαστοί πατέρες καί τιμημένο χριστεπώνυμο πλήρωμα.
Ζοῦμε ὅλοι σέ μιά πορνική ἐποχή κι ὅταν λέμε πορνική ἐποχή δέν τό χαρακτηρίζουμε μόνο ἐξ ἐπόψεως τῆς ἐκτεταμένης ἀποδοχῆς, ὡς μή ἁμαρτίας, τοῦ γεγονότος τῆς πορνείας, ἀλλά μιλοῦμε γενικότερα κατά τά μέτρα πού ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοσή μας χαρακτηρίζει κι ὁρίζει τήν ἔννοια τῆς πορνείας. Ὅπου ἡ πορνεία εἶναι μιά διαστροφή ὑπό τήν ἔννοια μιά ἀποστροφή ἀπό τήν κίνηση πρός τόν Θεό. «Ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἕν σῶμά ἐστιν·... ὁ δέ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἕν πνεῦμά ἐστί... τό σῶμα δέ τῷ Κυρίῳ οὐχί τῇ πορνείᾳ»[1].
Ἡ στροφή λοιπόν σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη πτυχή τῆς ζωῆς, ὁ προσδιορισμός τῆς ζωῆς μας ἤ τό δόσιμο τῆς ζωῆς μας σέ ἄλλα μεγέθη ὅσο καλά καί νά φαίνονται ὡς ἀποστροφή πρωτογενής ἀπό τόν Θεό εἶναι πορνεία κατά τήν Παράδοσή μας.
Κάτω ἀπό αὐτή τήν ἔννοια μποροῦμε νά κατανοήσουμε βαθύτερα γιατί σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, στό ἀποκορύφωμα αὐτῆς τῆς πνευματικῆς περιόδου τῆς ἁγίας καί μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, λίγο πρίν ἀρχίσει ἡ μεγάλη Ἑβδομάδα καί πορευόμεθα πρός τό Πάθος, ἔβαλε τήν Κυριακή τῆς μνήμης τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας τῆς ἐπιλεγόμενης πόρνης, τῆς μετανοούσης πόρνης. Κι ἄλλα ἁμαρτήματα ὑπάρχουν, πῶς μπορεῖ νά χαρακτηρίσουμε τό μεγαλύτερο τῆς ἁμαρτίας· ἀλλά τό μεῖζον δέν εἶναι ἀπό τήν ποιότητα τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά εἶναι ἀπό αὐτή τή στροφή ἤ ἀποστροφή πρός τόν Θεό.

Ἔτσι λοιπόν ἔχοντας ὑπόδειγμα τό ἐξωτερικό μέγεθος τῆς πορνείας τῆς Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας ἀλλά καί τό ὑπόδειγμα τῆς μετανοίας της θά ἀξιολογήσουμε τό κείμενο[2], τό ὁποῖο ἔχει γράψει ἕνας ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, γιά τό βίο τῆς ἁγίας καί μέσα ἀπό τό κείμενο αὐτό, θά προτιμήσω τό πρωτότυπο[3] μάλιστα, τά λόγια θά εἶναι λίγα δέν θά σᾶς κουράσω, θά δῶ πῶς αὐτή ἡ γιορτή σήμερα ὁρίζει πρῶτα-πρῶτα ἕνα μικρό ἐγχειρίδιο Ὀρθόδοξης κατηχήσεως καί ταυτόχρονα Ὀρθόδοξης θεραπευτικῆς ἀπό τό ὁποιοδήποτε μέγεθος πορνείας.
Χρησιμοποιῶ λοιπόν τό κείμενο τοῦ ἁγίου Σωφρονίου καί χρησιμοποιῶ τά λόγια τῆς ἰδίας τῆς Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ὅπως τά ἀνέφερε στόν ἅγιο Ζωσιμᾶ καί τά κατέγραψε μετά ὁ ἅγιος Σωφρόνιος: «ἐπιθυμίαν δέ εἶχον ἀκόρεστον καί ἀκατάσχετον ἔρωτα... τό διά παντός ἐκτελεῖν τήν ὕβριν τῆς φύσεως»[4], εἶχα ἐπιθυμία ἀκόρεστο καί ἀκατάσχετο γιά ἔρωτα, «τό διά παντός ἐκτελεῖν τήν ὕβριν τῆς φύσεως»· προσέξτε τό «ἀκόρεστον» καί «ἀκατάσχετον» καί «τό διά παντός ἐκτελεῖν»· προσέξτε τό ἀδιάλειπτον, τό συνεχές, ὅπως ἔχουμε τό ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε τῆς Ἐκκλησίας μας, ὑπάρχει τό ἀδιάλειπτον τῆς ἁμαρτίας, ἐνῶ δέν ἔκανε κάθε στιγμή τήν ἁμαρτία αὐτή. Τό ἀδιάλειπτον λοιπόν ἦταν μιά συνεχής στροφή πρός κάτι ἄλλο πέρα ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Εἶχε λοιπόν ἀκατάσχετον ἔρωτα· κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔρωτας ὑπάρχει μόνο ὡς στροφή πρός τόν Θεό, εἶναι δῶρο ἀπό τόν Θεό καί ἀξιοποιώντας τό δῶρο αὐτό στρεφόμαστε πρός Αὐτόν. «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας»[5], αὐτό εἶναι ὁ ἔρωτας· ὅποιος δέν ἔχει αὐτό τό δόσιμο τό ὁριστικό δέν μπορεῖ οὔτε νά ἀγαπήσει, οὔτε νά ἐρωτευτεῖ δευτερευόντως καί μετά ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν. Ἔτσι λοιπόν ἐδῶ ὑπάρχει μιά διαστροφή τοῦ ἔρωτα· εἶχε ἀκατάσχετο ἔρωτα μή ἔρωτα ὅμως. Ἀνυπαρξίᾳ ἔρωτος ὑπάρχει διαστροφή τοῦ ἔρωτα καί στά δικά μας τά μεγέθη, πού πᾶμε νά θεραπεύσουμε καί τήν πορνεία καί τήν ὁποιαδήποτε ἄλλη διαστροφή, πρέπει νά γίνει ἕνας μετασχηματισμός τοῦ διεστραμμένου ἔρωτα, τοῦ δεσίματος, τοῦ δοσίματος σέ ἄλλα πράγματα, πέρα ἀπό τόν Θεό, πρός τόν Θεό.
Ἔτσι λοιπόν εἶχε ἀκατάσχετο, λανθασμένο ἔρωτα κι εἶχε ὕβρη τῆς φύσεως, βλέπετε μιά λανθασμένη χρήση τῆς φύσεως. Τό κείμενο πού ἀνέφερα πρίν ἀπό λίγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἔλεγε «τό σῶμα δέ ἡμῶν τῷ Κυρίῳ οὐχί δέ τῇ πορνείᾳ».
Κι ἔτσι ἔχουμε κάτι ὡς δῶρο ἀπό τόν Θεό καί τό χρησιμοποιοῦμε λάθος, νά τά λόγια τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας πῶς χρησιμοποίησε τό σῶμα της ὡς ναῦλο μέ τό ὁποῖο ταξίδεψε πρός τά Ἱεροσόλυμα: «Σῶμα γάρ ἔχω», εἶπε ἐκεῖ στούς ναῦτες πού δέν εἶχε εἰσιτήριο νά πληρώσει, «Σῶμα γάρ ἔχω,» καί τοῦτο «ἀντί ναύλου λαμβάνουσι»[6]. Ἀντί ναύλου δίνω τό σῶμα μου. Αὐτή ἡ στροφή ὡς χρησιμοποίηση τοῦ σώματός της πρός κάτι ἄλλο εἶναι ἡ ἐγωιστική χρήση τοῦ ἑαυτοῦ μας κι ὅπως θέλουμε ἐμεῖς, ἐνῶ ἡ ἄλλη στροφή εἶναι ἡ χρήση τοῦ ἑαυτοῦ μας πρός τόν Χριστό. Νά μιά τομή πολύ σπουδαία γιά νά θεραπεύσουμε πολλά πράγματα πάνω στή μεμολυσμένη καρδιά μας καί στό νοῦ μας. Δέν χρησιμοποιοῦμε τίποτα ἀπό ἐμᾶς ὅπως ἐμεῖς θέλουμε, εἴμαστε ἐλεύθεροι νά τά κάνουμε ὅ,τι θέλουμε, ἀλλά ὅπως Ἐκεῖνος θέλει. Νά λοιπόν στόν πρῶτο βηματισμό αὐτῆς τῆς θεραπευτικῆς τῆς διαστροφῆς τῆς πορνείας, τῆς ὁποιασδήποτε πορνείας, βρίσκουμε τό μετασχηματισμό τοῦ ἔρωτα ἀλλά καί τῆς ὑπάρξεώς μας.
Ἐκεῖ δέ στήν πορεία της πρός τά Ἱεροσόλυμα, γνωρίζετε ὅλοι τήν ἱστορία, πού πῆγε νά μπεῖ μέσα στό ναό γιά νά προσκυνήσει τό Τίμιο Ξύλο τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ μας καί δέν μποροῦσε καί λέει ἡ ἴδια ἡ ἁγία «ἐμέ δέ θεία τις ἐκώλυσεν δύναμις»[7], κάποια θεία δύναμις τήν ἐμπόδιζε καί πάλευε γιά νά μπεῖ. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε χρησιμοποιώντας τά βιβλικά τά κείμενα ἤ τά Πατερικά τά κείμενα ὅτι ἔκανε μιά πάλη καί μάλιστα μιά πάλη μέ τόν Θεό, πάλευε νά μπεῖ καί θεία δύναμις τήν ἐκώλυε. Τί πάλη εἶναι αὐτή; Τό λέει λίγο μετά περιγράφοντας τή ζωή της στήν ἔρημο, «περιῆλθον τήν ἔρημον... ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα»[8], γυρνοῦσε στήν ἔρημο πυκτεύουσα -παλεύουσα- ἀλόγοις ἐπιθυμίαις. Ἡ πάλη δέν εἶναι πρός τόν Θεό, εἶναι πρός τά πάθη μας, ὅπου ὁ Θεός θείᾳ χάριτι μᾶς ἀνοίγει τά μάτια γιά νά καταλάβουμε πώς δέν τά μποροῦμε ὅλα, ἐνῶ νομίζαμε πώς τά μποροῦμε ὅλα καί τά αὐτονόητα, νά προχωρήσω πενήντα βήματα νά πάω στό κέντρο τῆς ἐκκλησίας νά προσκυνήσω τόν Σταυρό καί γιά τά αὐτονόητα χρειάζεται μιά πάλη καί ὁ Θεός κωλύει ἀγαπητικά, θεραπευτικά καί μεταμορφωτικά κι ἀρχίζει νά παλεύει μέ τόν Θεό φαίνεται ἀλλά μέ τά πάθη της.
Καί στό ἑπόμενο βῆμα λέει ἡ ἁγία «ἥψατο γάρ» ὁ Θεός «τῶν ὀφθαλμῶν τῆς καρδίας μου»[9] κι ἀφοῦ καταλαβαίνει ποῦ εἶναι ἡ πάλη ὄχι πρός τόν Θεό ἀλλά πρός τά πάθη της, ἔρχεται ἡ ἀγαπητική χάρις τοῦ Θεοῦ· ἀνοίγουμε τό δρόμο βλέπετε, κάνουμε τό ἄνοιγμα κατά τό μέτρο τῆς ἐπιθυμίας μας νά ἀλλάξουμε κι ἔρχεται θεραπευτικά, ἰατρικά, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καί τό γεγονός τῆς πάλης [μέ τά πάθη] μας γίνεται καρδιακή συμμετοχή στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ποτέ δέν παλεύουμε ἔτσι χωρίς τίποτε, ποτέ δέν παλεύουμε περιμένοντας μόνο ὅπλα καί δυνάμεις ἀπό τά μέτρα τοῦ κόσμου. Παλεύοντας τά πάθη μας ἔρχεται αὐτό τό «ἥψατο ὁ Θεός τῶν ὀφθαλμῶν τῆς καρδίας μου» καί τότε σκέπτεται καί λέει: «ἡνίκα τό ξύλον τοῦ σταυροῦ... θεάσομαι», μόλις βλέπω τό ξύλο τοῦ σταυροῦ «κόσμῳ καί τοῖς ἐν κόσμῳ πᾶσιν εὐθύς ἀποτάσσωμαι, καί αὐτίκα ἐξέρχωμαι»[10] προσέξτε μόλις βλέπει τό ξύλο τοῦ σταυροῦ, ἀφοῦ πάλεψε μέ τά πάθη της ἐκείνη τή στιγμή κι ἀφοῦ χαριτώνεται ἀπό τόν Θεό, τί κάνει; Ἀποτάσσεται «κόσμῳ καί τοῖς ἐν κόσμῳ» κι ἐξέρχεται.
Καί θά λέγατε ὅλοι ἐσεῖς, ναί ἀπό ἐδῶ ὑπάρχει μιά ἔναρξη τῆς κάποιας ἰδιαιτερότητος τῆς ἀσκήσεως τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, πού ὅλοι λένε πού εἶναι ἀκραῖο παράδειγμα ἀσκήσεως· θά προτιμοῦσα νά πῶ ὅτι δέν εἶναι ἀκραῖο παράδειγμα ἀσκήσεως, εἶναι μιά μορφή ἀσκήσεως, ἀλλά τό ἦθος, τό μεδούλι καί ἡ θεραπευτική εἶναι ἴδια. Βλέπετε τί ἀποτάσσεται, «κόσμῳ καί τοῖς ἐν κόσμῳ». Ἀξιοποιώντας τήν ἑρμηνευτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τόν κόσμο ξέρουμε εἶναι ὁ κόσμος οὗτος, τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους τούτου, ὁ κόσμος πού δέν στρέφεται στόν Θεό, ὁ κόσμος πού ζεῖ ἀλόγως, ἀκόσμως κι ἀποτάσσεται κι ἐξέρχεται ἀπό τήν ἀκοσμία τοῦ κόσμου, ἀπό τόν κόσμο πού δέν μπορεῖ νά καταλάβει τόν Θεό. Αὐτή τό κάνει ἔτσι καί θά δεῖτε σέ λίγο πού δέν τό διάλεξε ἡ ἴδια αὐτή τό ἔτσι.
Εἶναι λοιπόν μιά ἄρνηση συσχηματισμοῦ μέ τά πράγματα τοῦ κόσμου, μιά ἄρνηση πού τήν κάνει νά σπάσει ὅλη τήν κοσμική δουλεία πού κάνουμε πολλές φορές στά πράγματα τοῦ κόσμου καί κάνουμε ἔξοδο. Ὄχι λοιπόν σέ ἕνα συσχηματισμό σέ ὁποιαδήποτε κοσμική δύναμη ἤ ἐξουσία. Καί τότε ἐκείνη λέει, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, «ὅπου κελεύεις ὁδήγησον»[11]· δέν διαλέγει τίποτε ἐκείνη, ἀφήνει στόν Θεό νά τῆς πεῖ ποῦ πρέπει νά πάει, δέν διάλεξε τήν ἔρημο ὅπου ἐπέτρεψε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νά ζήσει σαράντα ἑπτά χρόνια, δέν εἶχε τίποτε σάν δική της πρόταση πιά, ἦταν στά χέρια τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ πού βγῆκε ἀπό τόν κόσμο κι ἄς ἔμενε καί μές στόν κόσμο ἤ κι ἄς ἔφευγε ἀπό τόν κόσμο. Ἐδῶ εἶναι ἡ μεγάλη πιά διαφοροποίηση τῆς λεγομένης ἀκραίας ἀσκήσεως τῆς Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας μέ τό γεγονός πού δέν εἶναι ἀκραία ἡ ἄσκηση. Ἔτσι ὁ Θεός τό ἐπέτρεψε γι᾽ αὐτήν, ὅπως τό ἐπιτρέπει ταυτόχρονα γιά μᾶς· «κόσμῳ κι ἐν τῷ κόσμω», αὐτό νά ἀποταγοῦμε καί ἀπό αὐτό νά ἐξέλθουμε κατά τά μέτρα πού ὁ Θεός τό ἐπιτρέπει τό πῶς καί τό ἀλλιῶς.
Κι ἀποκτᾶ ἐλευθερία ζωῆς. Ἐλευθερία σημαίνει ὄχι κάνω ὅ,τι θέλω, σημαίνει στρέφομαι στόν Θεό, «ὅπου κελεύεις ὁδήγησον» καί τότε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, λέει πάλι ἡ ἴδια, «γέγονα τοίνυν», ἔγινα τώρα, «κατά ταύτην τήν ἔρημον»[12], βρέθηκα προσέξτε «κατά ταύτην τήν ἔρημον», ἐγώ βρέθηκα σέ αὐτή τήν ἔρημο. Ὑπάρχουν κι ἄλλοι ἔρημοι; Πολλές ἔρημοι, ὁ τόπος μας, ἡ πόλη μας, ἡ γειτονιά μας, ὁ τόπος πού ζοῦμε, «κατά ταύτην τήν ἔρημον», ὅπου ἡ ἐρημία δέν κρίνεται ἀπό τήν ὑπαρξία ἴχνους ζωῆς [ἀλλά] ἀπό τήν ἀνυπαρξία σχέσης μέ τόν Θεό. Κι ἔχοντας αὐτή τήν ἔρημο τή γέμισε ἀπό [τή] χάρη τοῦ Θεοῦ· ὁποιοσδήποτε τόπος μπορεῖ νά πάψει νά εἶναι ἔρημος ἄν ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἔρημοι ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ· καί τότε θυμήθηκε τό βιβλικό τό στίχο ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία καί εἶπε: «ἐμάκρυνα, φυγαδεύουσα, καί ἐν ταύτῃ αὐλίζομαι, προσδεχομένη τόν Θεόν μου»[13]. Ἐμάκρυνα, φυγαδεύουσα ἀπό τί, ἡ ἴδια τό προσδιορίζει, ὅταν ἐξομολογεῖται στόν ἀββᾶ τόν Ζωσιμᾶ, ἐμάκρυνε καί ἐφυγάδευσε ἀπό τήν ἁμαρτία προσδεχόμενη τόν Θεόν. Κανείς δέν μπορεῖ νά φύγει οὔτε μπορεῖ νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τίποτε παρά μόνο ἀπό ἕνα πράγμα, τήν ἁμαρτία καί κανείς δέν μπορεῖ νά νιώθει μόνος ἄν προσδέχεται καί αὐλίζεται μέσα στίς αὐλές τοῦ Κυρίου.
Καί τότε στό ἐρώτημα τοῦ ἀββᾶ Ζωσιμᾶ «πῶς τόσα χρόνια τρεφόσουν;» [ἀπάντησε] «τρέφομαι γάρ καί σκέπομαι» [σκεπάζομαι] «τῷ ρήματι τοῦ Θεοῦ»[14]. Μά ἔτσι ἔζησε; Ἔτρωγε, ὅπως εἶπε ἡ ἴδια, κάποια στοιχειώδη χόρτα, δέν εἶχε τίποτα νά σκεπαστεῖ καί τότε κάνει ἕνα ἄλλο σπάσιμο τῆς δικῆς μας ζωῆς πού εἶναι τό οὐσιαστικό σπάσιμο στήν πορεία τῆς θεραπείας μας γιά νά ἀποκτήσουμε ἔρωτα καί ἀγάπη, εἶναι ὁ ἀγώνας γιά τήν κτίση πού κάνουμε κάθε μέρα. Ἡ πάλη γιά τήν κτίση, ἀντί νά παλεύουμε μέ τά πάθη μας καί κατ᾽ ἐπέκταση νά παλεύουμε μέ τόν Θεό, παλεύουμε γιά τήν κτίση, τό πῶς θά ἀποκτήσουμε καί τότε μπαίνει ἕνας φραγμός στήν ὁποιαδήποτε θεραπευτική τῆς ζωῆς μας καί πολλές φορές ρωτᾶμε καί λέμε «μά γιατί δέν γιατρευόμαστε, γιατί εἴμαστε ταραγμένοι; Εἴμαστε κοντά στήν Ἐκκλησία, μετέχουμε στά μυστήρια». Γιατί κάπου στήν πορεία χάνουμε τά στοιχεῖα αὐτοῦ τοῦ κάλλους. Τρέφομαι καί σκεπάζομαι τῷ ρήματι τοῦ Θεοῦ. Καί σ’ ἕνα σημεῖο τῆς στροφῆς τοῦ λόγου της ἡ ἁγία Μαρία λέει κάτι, κατά τήν προσωπική μου γνώμη, καταπληκτικό ὅσον ἀφορᾶ τά δρώμενα ὁποιασδήποτε μορφῆς ψυχοθεραπείας πού λειτουργιέται σ’ αὐτόν τόν κόσμο. Εἶναι πολύ κεντρική ἡ φράση πού λέει, τή λέω στό πρωτότυπο θά τή μεταφράσω, «ἀρκεῖν εἰποῦσα τήν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεῖν τῆς ψυχῆς τήν οὐσίαν ἀμίαντον»[15], ἀρκεῖ μόνο ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὥστε «συντηρεῖν», νά συντηρηθεῖ τῆς ψυχῆς ἡ οὐσία, ἡ ὀντολογία τῆς ψυχῆς, τό εἶναι της, ἀμίαντος, χωρίς νά μιαθεῖ. Ἐδῶ γίνεται λόγος λοιπόν, κατά τά μέτρα τοῦ λόγου τῆς ἁγίας, τί εἶναι ἡ οὐσία μιᾶς ψυχοθεραπείας, εἶναι αὐτό καί μόνο αὐτό, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού συντηρεῖ τήν οὐσία τῆς ψυχῆς ἀμίαντο, καί ἐδῶ εἶναι τό κέντρο τῆς Ὀρθόδοξης καί μοναδικῆς θά λέγαμε ψυχοθεραπευτικῆς, ἀφοῦ μόνο ἡ Ἐκκλησία μας μπορεῖ αὐτό νά τό κάνει, καί μέσα ἀπό τά λόγια τῆς ἁγίας Μαρίας ἀνακαλύπτουμε καί ἐπιβεβαιώνουμε ὅτι ἡ δική μας παράδοση καί μόνο αὐτή ἔχει αὐτό τό κάλλος.
Καί τότε λέει ἡ ἁγία «ἀεί τό ὄμμα τῆς διανοίας μου... ἀκαταπαύστως ἀνέπεμπον» τῷ Θεῷ[16]· «ἀεί», πάντα συνεχῶς, «τό ὄμμα τῆς διανοίας μου», τά μάτια τῆς διανοίας μου, «ἀκαταπαύστως ἀναπέμπῳ, τῷ Θεῷ», βλέπετε ἀεί-ἀκαταπαύστως, τό «ἀεί πορνεύειν» πού ἦταν ἡ ἀποστροφή συνεχῶς ἀπό τόν Θεό γίνεται τό «ἀεί καί ἀκαταπαύστως» νά στρέφει, προσέξτε, τά μάτια τῆς διανοίας της. Ὅπου καθαρίζει ἡ διάνοια, ὁ νοῦς κι ὅλος αὐτός ὁ νοῦς ὁ καθαρός καθαρίζει τήν καρδιά, μέτρο Ὀρθόδοξης θεραπευτικῆς, κάθαρση νοῦ - κάθαρση καρδιᾶς, ἀδιαλείπτως ὅμως, ὡς ἀδιάλειπτος στροφή καί ἐμπιστοσύνη πρός τόν Θεό.
Καί τότε πάει στό γεγονός τῆς μετανοίας καί λέει: «συγχώρησόν μοι», λέει στόν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, «διά τόν Κύριον»[17] προσέξτε ἡ μετάνοια, ἡ συγχώρηση εἶναι ἔννοια χριστολογική, δέν εἶναι ὀριζόντια ἔννοια κάποιας ἀλλαγῆς καταστάσεων ἤ διαθέσεων· μπορεῖ αὐτό νά εἶναι ἕνα ἔναυσμα κάποιας οὐσιαστικῆς μετάνοιας, ἀλλά ἡ ἐν Χριστῷ μετάνοια «συγχώρησόν μοι διά τόν Χριστόν» ὅπου ποτέ δύο ἄνθρωποι δέν μποροῦν νά συνδιαλλαγοῦν καί νά τά βροῦν ἀνυπαρξίᾳ τοῦ ἐν τῷ μέσω αὐτῶν ἀοράτως ὑπάρχοντος Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό ἀποτυγχάνουν τόσες συνδιαλλακτικές, εἰρηνευτικές προσπάθειες σέ διαπροσωπικά ἤ διεθνή ἐπίπεδα· εἶναι διαπροσωπικές προσπάθειες ψευτοαλλαγῆς καί μετανοίας ἀνυπαρξίας τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ.
Καί τονίζει ἡ ἁγία στόν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, προσέξτε πῶς παίζει μέ τίς λέξεις μέ καλό τρόπο, «γυνή γάρ εἰμι καί γυμνή»[18], «γυνή γάρ εἰμι», εἶμαι γυναίκα καί «γυμνή», γυνή γυμνή προσέξτε εἶναι ποιητικό τό κείμενο· γυνή καί γυμνή, ἔχει τήν ἀδυναμία τῆς φύσεως κατά μέτρα τῆς γυναικείας φύσεως καί ταυτόχρονα εἶναι γυμνή κι ἐδῶ εἶναι ἀκριβῶς ἡ δύναμη τῆς θεραπείας της. «Ἡ δύναμίς μου ἐν ασθενείᾳ τελειοῦται»[19] λέει ὁ απόστολος Παῦλος, καίριο σημεῖο στήν πορεία αὐτῆς τῆς θεραπείας πού κάνει ἡ Ἐκκλησία μας, ἄν τό θέλουμε, πάνω στή ζωή μας. Γυνή καί γυμνή, καί γυνή καί γυμνή τρομάζει τόν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ὁ ὁποῖος βαθύτατα τή σέβεται ὅταν τή βλέπει. Καί τονίζει ἡ γυναίκα «μή μέ κοιτάζεις», τή θαύμαζε, «τί σοι ἔδοξεν, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἁμαρτωλόν θεάσασθαι γύναιον;»[20]. Τί νομίζεις ἀββᾶ, τί κάθεσαι καί βλέπεις ἕνα ἁμαρτωλό γύναιο; Κι αὐτός τή βλέπει, τί βλέπει; Αὐτή πού ἐτελειώθη ἐν ἀσθενείᾳ ὡς γυνή καί γυμνή. Κι εἶναι τό ἄλλο τό κοίταγμα τοῦ πλησίον, εἶναι τό κοίταγμα πού δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐξωτερική δύναμη [τήν αἰθέρια] ἤ [τό] κάλλος ἤ [τή] δόξα ἤ ὁτιδήποτε στοιχεῖο πού ἔχει πάνω του. Εἶχε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς τή διάκριση νά δεῖ βαθιά μές στήν καρδιά της καί νά θαυμάσει πῶς ἡ ἀδυναμία γίνεται κάλλος.
Καί τότε, «καί ἔκειντο» λέει πιά ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, «ἔκειντο», ἦταν κάτω κι οἱ δύο «ἀμφότεροι ἐπί τήν γῆν», κάτω στή γῆ εἶχαν πέσει, «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τόν ἕτερον»[21], ἔπεσαν κάτω κι οἱ δύο κι ὁ ἕνας παρακαλοῦσε τόν ἄλλο νά τόν εὐλογήσει, ὁ μέν ἀββᾶς γιατί συγκλονίστηκε, ἡ δέ ἀμμᾶς, ἡ ἁγία, γιατί εἶχε μπροστά της ἕναν κληρικό, ἕναν ἱερέα ἀπό ὅπου τοῦ ζητοῦσε τήν ἄφεση. Καί λέει ἐκεῖνος ὁ ἀββᾶς, «ὦ μῆτερ πνευματική»[22], κοιτάξτε πῶς τή λέει «μῆτερ πνευματική», ποιός τήν ἔκανε; Ποιός τήν καταξίωσε; Ποιός ἔδωσε τό ἀξίωμα; «Σύ πρός Θεόν ἐξεδήμησας καί τῷ πλείονι μέρει τῷ κόσμῳ νενέκρωσαι»[23], ἐσύ ἔχεις ἐκδημήσει πρός Θεόν, εἶσαι ζωντανή, ἀλλά νεκρή ἀπό τά πάθη σου κι ἀπό τά πράγματα τά ψεύτικα τοῦ κόσμου καί «τῷ κόσμῳ νενέκρωσαι», καί βλέπει τόν ὄντως ἄνθρωπο ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ὁ ὁποῖος ἐξεδήμησε πρός Θεόν καί τῷ κόσμῳ νενέκρωται καί τιμᾶ τήν ἁγία ὡς Μητέρα πνευματική καί λέει «εὐλόγησον διά τόν Κύριον», τῆς λέει: εὐλόγησον γιά τόν Χριστό σέ παρακαλῶ, «καί μετάδος εὐχῆς τῷ δεομένῳ»[24], καί δῶσε μου εὐχή, εἶναι συγκλονιστικό τό κείμενο, ζητάει νά τόν εὐλογήσει ἡ ἁμαρτωλή, ποιός ὁ ἀββᾶς, ὁ ἀσκητής τῆς ἐρήμου.
Ἐδῶ αὐτό τό κείμενο ὁρίζει πολλά πράγματα. Πρῶτα-πρῶτα στήν Ἐκκλησία μας μέσα δέν ὑπάρχει κληρικαλισμός. Οἱ κληρικοί, οἱ ποιμένες εἶναι διάκονοι τῶν μυστηρίων· ὅλος ὁ λαός ἔχει τό κάλλος τοῦ βαθυτάτου ἁγιασμοῦ. Τί λέμε στό τέλος τῆς Λειτουργίας; «Ὁ εὐλογῶν τούς εὐλογοῦντάς Σε, Κύριε», τό σκεφτήκατε ποτέ; Ὁ εὐλογῶν, Ἐσύ Κύριε, τούς εὐλογοῦντας, ἐμεῖς εὐλογοῦμε τόν Θεό; Συγκλονιστικό ναί, Τόν εὐλογοῦμε, ἄν γίνουμε εὐ-λογία, ἄν γίνουμε καλός λόγος, καλή αἰτία καί δώσουμε παρουσία Θεοῦ πάνω στή γῆ. Γι᾽ αὐτό λοιπόν ἐκεῖνος λέει εὐλόγησέ με κι ἐδῶ καταργεῖται τό ὅτι μόνο κάποιοι σώζονται, κάποιοι δέν σώζονται.
Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἔχει αὐτή τή δύναμη κι ἐκεῖ εἶναι ἡ δύναμις τοῦ λαοῦ, μέ τήν ἁγιότητά του, μέ τήν κάθαρσή του νά μπορεῖ νά εὐλογεῖ τά πάντα ἀκόμη καί τόν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, κι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τέτοιο λαό. Ὅταν μιλοῦμε γιά λαό στήν Ὀρθοδοξία δέν μιλᾶμε γιά μιά μάζα πού δέχεται μόνο μηνύματα. Ἄν δέν ἔχετε κάθαρση -νά τολμήσω νά τό πῶ;- κατά τά μέτρα αὐτῆς τῆς πορείας τῆς Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας ὁ λαός δέν θά ᾽ναι λαός, θά ᾽ναι μάζα ἀπρόσωπη κι ἡ μάζα ἡ ἀπρόσωπη εὔκολα μπορεῖ νά συμφύρετε ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ μέ ὁποιαδήποτε μηνύματα. Ὁ λαός πρέπει νά εἶναι λαός καί νά εὐλογεῖ τά πάντα, ἀλλά πρέπει νά γίνει λαός [τοῦ Θεοῦ] γιά νά εἶναι λαός.
Καί τέλος, τελειώνει αὐτή ἡ ἔκφραση τῆς μετανοίας τῆς ἁγίας, πού λέει ἕνα, πού δέν τό περιμένει κανείς, 47 χρόνια στήν ἔρημο οὔτε εἶδε ποτέ ἄνθρωπο καί λέει «πῶς τά τῆς Ἐκκλησίας ποιμένεται;»[25]. Ἕνα ἐνδιαφέρον γιά τήν Ἐκκλησία, «πῶς ἡ Ἐκκλησία καθοδηγεῖται; Πῶς ποιμένεται;». Ἡ ἄσκησή της, ἡ δῆθεν ἀπομάκρυνσή της δέν ἦταν μιά ἀντιεκκλησιολογική κίνηση· εἶχε βαθιά συμμετοχή στήν Ἐκκλησία, γιατί ἔτσι ὁ Θεός τό ἐπέτρεψε στήν ἔρημο αὐτή, κι εἶχε βαθύτατη ἔννοια ἀλλά καί ἐμπειρία καί γνώση τί γινόταν στήν Ἐκκλησία γι᾽ αὐτό λέει μετά: «στόν ἀββᾶ νά πεῖς στόν ἡγούμενο τοῦ μοναστηριοῦ σου ὅτι αὐτό κι αὐτό κι αὐτό ἐκεῖ δέν πᾶνε καλά· νά τοῦ πεῖς λοιπόν νά φτιάξει ἐκεῖ πέρα τή διαποίμανση τοῦ μοναστηριοῦ, γιατί ἔχει εὐθύνη»[26]. Ἤξερε μές στό κάλλος τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς διακρίσεώς της τί γίνεται στήν Ἐκκλησία κι εἶχε ἔννοια τί γίνεται γιά τήν Ἐκκλησία, ὅπου πιά ὁ λαός ὁ ἀσκούμενος, ὁ κεκαθαρμένος, ὁ μή πορνεύων, ὁ λαός πού βρίσκει τό κάλλος τῆς παραδόσεώς του καί μπορεῖ νά εὐλογήσει τά πάντα, ἔχει μιά βαθιά ἔννοια, ζωντανή, ζωτική, καρδιακή γιά τήν Ἐκκλησία του, πῶς ποιμένεται ἡ Ἐκκλησία, κι αὐτό εἶναι εὐθύνη ὅλων μας, πῶς πᾶνε τά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας; Ἀλλά ἡ εὐθύνη μας θά εἶναι οὐσιαστική, θά ᾽ναι ἐκκλησιολογική ἄν καρδιακῶς ἔχουμε ἀποταγεῖ ἀπό τά μεγέθη τῆς πορνείας, τῆς ὁποιασδήποτε δηλαδή κινήσεως ὡς δέσιμο πρός τόν κόσμο καί δέσιμο πρός τόν Θεό.
Μαρία Αἰγυπτία, ἡ ἔρημος, ἡ μετάνοιά της, τό τονίζω δέν ἦταν ἀκραία, ἔτσι ἅρμοζε σέ αὐτήν, ἀλλιῶς ἁρμόζει σέ ἐμᾶς, ἀλλά ὁ βηματισμός, τά στοιχεῖα καί ἡ ποιότητα τῆς μετανοίας της εἶναι ἴδια γιά ὅλους μας. Πρόκληση πρίν νά δοῦμε τόν Χριστό ἐρχόμενο πρός τό πάθος.
Πόσο μετέχουμε σέ αὐτά τά μεγέθη; Πόσο καθαρίζουμε τόν ἑαυτό μας; Πόσο γινόμαστε λαός, πόσο ἔχουμε ἔννοια γιά τά θέματα τῆς Ἐκκλησίας μας;



ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
Σημείωση: Στίς παραπομπές μέ τό βελάκι, κάνοντας κλίκ μέ τό ποντίκι σας πηγαίνετε στό πρωτότυπο κείμενο.

[1]. Α΄ Κορ. 6, 13,16-17
[5]. Λουκ. 10,27
[19]. Β΄ Κορ. 12,9

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου